της Carla Simón
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου) 
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_romeria.jpeg

Καλοκαίρι του 2004 και η 18χρονη Μαρίνα μαζί με τη βιντεοκάμερά της και το ημερολόγιο της μητέρας της βρίσκεται σ’ ένα ιστιοπλοϊκό στο Βίγο με πατρικούς θείους και ξαδέλφια που δεν έχει ξαναδεί. Επισκέπτεται πρώτη φορά τον τόπο όπου τη δεκαετία του 1980 οι γονείς της γνωρίστηκαν και ζήσαν μαζί ερωτευμένοι μέχρι που η μητέρα της έμεινε έγκυος κι έφυγε. Ήταν κι οι δύο τοξικομανείς και πέθαναν από AIDS, ο πατέρας της, Φον, όταν ήταν μωρό κι η μητέρα της λίγα χρόνια αργότερα. Μέχρι σήμερα κανείς συγγενής του πατέρα της, ούτε καν η γιαγιά κι ο παππούς της, που θα τους γνωρίσει σε λίγο, δεν την αναζήτησε ποτέ. Εκείνη ήρθε τώρα μόνο για μια βεβαίωση που χρειάζεται για να σπουδάσει σινεμά με υποτροφία. Θέλει, ωστόσο, να μάθει περισσότερα για τότε και για τον Φον, αλλά όλοι σχεδόν αποφεύγουν να της μιλήσουν. 
Γήινη, άμεση και τρυφερή με τον γνωστό μας πια τρόπο της σκηνοθέτριας, οικογενειακό δράμα και ταινία ενηλικίωσης μαζί, η Ρομερία της Κάρλα Σιμόν είναι ένα προσκύνημα, όπως λέει κι ο τίτλος της, σ’ ένα άγνωστο γονεϊκό παρελθόν. Η ιστορία είναι ως ένα βαθμό αυτοβιογραφική κι η αφήγηση, με ζωντάνια, φρεσκάδα και πολύ μεγάλη σωματικότητα -που είναι κι ο βασικός τρόπος έκφρασης της ταινίας- παίζει συνεχώς με το τι θέλει να πει και τι να κρύψει. Η πλοκή κρίνει την στάση της οικογένειας, αλλά ποτέ τους γονείς, ενώ προσπαθεί να δείξει καθαρά ότι οι σχέσεις επανορθώνονται μόνο με την αλήθεια. Τα ζητούμενα αυτά είναι εδώ έως και αντίθετα, οπότε θυσιάζεται μάλλον σκόπιμα ένα μέρος της εμβάθυνσης και του συναισθήματος, διόλου, όμως, δεν δρα αυτό αρνητικά στη θέασή της. Αντίθετα, ο θεατής μάλλον θα ευχαριστηθεί αυτή την αίσθηση του διττού, έτσι όπως θα του έρχεται μαζί με το καλοκαίρι και το αεράκι της θάλασσας κι ίσως να βάλει λίγο μπρος και τη φαντασία του κάπως αντίστοιχα μ’ αυτό που θα βλέπει να κάνει κι η Μαρίνα. 
Η ικανότητα της μνήμης ακόμα και με ψίχουλα να καλύπτει μέσω της φαντασίας τα κενά, χωρίς εν τέλει να χρειάζεται ολόκληρη την αλήθεια, καθιστά δυνατή την επανόρθωση, την σύναψη ειρήνης με τον εαυτό μας και το προχώρημα, λέει η σκηνοθέτρια. Εκεί ακριβώς τοποθετεί και το νόημα της ταινίας της, χρησιμοποιώντας τα πίσω μπρος της αφήγησης για να μας δείξει έμπρακτα και κατανοητά το πώς το μυαλό φτιάχνει κατασκευές που μοιάζουν μ’ αναπαραστάσεις πραγματικών γεγονότων. Ή που για μας είναι πια αληθινά αφού ως αναπαράσταση πλέον μέσα μας υπάρχουν. Αυτό που μας ξεγελά γίνεται ταυτόχρονα κι αλήθεια.  Η Σιμόν μας μιλάει έτσι και για την ίδια την λειτουργία του σινεμά ως αναπαράστασης. Και για να σιγουρευτεί πως θα το προσέξουμε μας δείχνει την κάμερα της Μαρίνας συνεχώς. Η αφήγηση προχωρά ως μια συνεχής εναλλαγή της αλήθειας και της άρνησής της, των αναμνήσεων που λείπουν κι αυτών που γίνονται αναπαράσταση – και μπορούν και κυριολεκτικά να ζωντανέψουν. Το ημερολόγιο γίνεται το όχημα που επιτρέπει στην σκηνοθέτρια να κινείται συνεχώς ανάμεσα σε δύο χρόνους και σε δύο σκοπούς, κρατώντας τη δίψα για ζωή πάντα στο προσκήνιο κι αφήνοντας στο φόντο μόνιμα την σκιά της απώλειας και του θανάτου. Αλλά και να αναβιώσει και το πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής επανάστασης και σεξουαλικής ελευθερίας πριν προλάβει το AIDS να την ανακόψει.  
Όλη η ταινία καθορίζεται εικαστικά κι οπτικά από την γεμάτη ζωντάνια και νιάτα φιγούρα της Μαρίνας (πολύ καλή επιλογή η πρωταγωνίστρια Λιούσια Γκαρσία Τόρας), την σφριγηλότητα των νεανικών κορμιών, την ζέστη και την αλμύρα, τα τοπία των νησιών και κυρίως τη θάλασσα και το καλοκαίρι που ως εκφράσεις της ίδιας της ζωής είναι κι αυτά πρωταγωνιστές της ταινίας. Η Σιμόν τα διάλεξε πολύ σοφά ως αντίβαρο στα δύσκολα θέματα που η ιστορία θίγει -χωρίς να δείχνει ποτέ- για να μην βαρύνει το θεατή. Η κάμερα προβάλλει έτσι συνεχώς την ομορφιά, ό,τι κι αν λέει ο διάλογος, χωρίς να ενδίδει ποτέ στον πειρασμό να αντιστοιχηθεί οπτικά κι εικαστικά με το AIDS, το θάνατο και τα ναρκωτικά τις συνέπειες των οποίων προσπαθούσε ν’ αρνηθεί μάλλον και το ίδιο το γονεϊκό ζευγάρι. Απέναντι σ’ αυτή τη στάση όπου όλοι αρνούνται κάτι κι όχι μόνο η οικογένεια, το ημερολόγιο αποφεύγει τα ψέματα με το να σταματά- αφήνοντας μισή την αλήθεια. 
Το διπλό αυτό της αφήγησης, που αρνείται να δείξει, αλλά μιλά έστω και περιορισμένα για ό,τι αποφεύγει οπτικά, ωθεί ξανά το θεατή να σκεφτεί πάνω σ’ ό,τι θέλει να μάθει η Μαρίνα. Κι ίσως του έρθουν κι εικόνες στο μυαλό για τη δύναμη της εξάρτησης που κάνει έναν άνθρωπο να χάνει όλους τους άλλους ρόλους του ή για το στίγμα και την ντροπή που προκαλούσε τότε κοινωνικά και στις οικογένειες το AIDS ως μια θανατική καταδίκη. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που όπως ο Φον, πέθαιναν τότε συχνά μέσα στη σιωπή και «πίσω από κλειστές πόρτες» μπορεί να τον απασχολήσουν εδώ έως και περισσότερο απ’ τη Μαρίνα. Κι αυτό γιατί η Σιμόν προτιμά να εξελίξει την ταινία ως μια μικρή ωδή στη ζωή και τον έρωτα, αλλά και στη φαντασία/μνήμη που μπορεί να αναιρεί ακόμα και την απώλεια και το θάνατο, θυμίζοντας μας ξανά πως αυτό ακριβώς κάνει κι η τέχνη που η Μαρίνα θέλει να σπουδάσει. 
Στην Ρομερία, τρίτη και τελευταία ταινία της αυτοβιογραφικής τριλογίας της, μετά από το Ένα αξέχαστο καλοκαίρι και τις Ροδακινιές του Αλκαράς, η Σιμόν έχει αφήσει πίσω της την τάση για διάχυση κι έλλειψη οικονομίας προηγούμενών της δουλειών. Οι σκηνοθετικές της επιλογές -ανεξάρτητα απ’ το αν συμφωνεί κανείς ή όχι μαζί τους απόλυτα- είναι πολύ συνειδητές και τις έχει πολύ δεξιοτεχνικά στηρίξει. Το σουρεαλιστικό τμήμα της ταινίας της ξαναζωντανεύει ευφάνταστα και πολύ ευχάριστα τους γονείς, τον έρωτά τους και τη νοοτροπία της εποχής. Η χρήση των ίδιων ηθοποιών στους ρόλους των γονιών λειτουργεί εξαιρετικά δείχνοντας κάπως ονειρικά μια σχεδόν ψυχαναλυτική λειτουργία της μνήμης – αλλά και της τέχνης. Μας δείχνει επίσης το πώς μια ηρωίδα, όπως και η σκηνοθέτριά της, μπορεί να χρησιμοποιήσει η κάθε μία το μέσο της: την μνήμη και την κάμερα – που εδώ βρίσκουν τρόπους να αλληλοσυμπληρώνονται-, για να δομήσει μόνη της, την πραγματικότητα που έχει ανάγκη. Κι ίσως κάπου κρυμμένα σ’ αυτά που είδαμε εδώ να βρίσκεται κι η αναπαράσταση απ’ την οποία εκπορεύονται όλες οι ταινίες της Σιμόν.  
Η μεγάλη σωματικότητα της ταινίας λειτουργεί εδώ πράγματι εξαιρετικά ως το μεγαλύτερο αντίβαρο στην απώλεια και το θάνατο. Η εικόνα, όμως, που μένει πιο πολύ στο τέλος δεν είναι της νεαρής πρωταγωνίστριας, αλλά εκείνη η φευγαλέα και μακρινή στο ιστιοφόρο του Φον, που θα μείνει για πάντα λίγο θολός ν’ απομακρύνεται, μια και για να μείνει το τραύμα κλειστό δεν αντεχόταν παραπάνω δόση αλήθειας.