(Ο παραχαράκτης)
του Jean-Paul Salomé
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)![]()
Μηχανικός κι εφευρέτης πολυμήχανος, ο Γιαν Μπογιάρσκι πιστεύει πως στη Γαλλία τα ταλέντα του θ’ αναγνωριστούν, διαπιστώνει, όμως, πως για έναν Πολωνό πρόσφυγα σαν κι αυτόν, ακόμα κι αν γίνει Γάλλος στα χαρτιά, ευκαιρίες τέτοιες δεν υπάρχουν. Γίνεται έτσι παραχαράκτης σε μια συμμορία παραχαρακτών, κρύβοντας κι απ’ τη γυναίκα του την αλήθεια κι όταν οι άλλοι σκοτώνονται σε μια συμπλοκή αποφασίζει να συνεχίσει μόνος. Τα χαρτονομίσματά του είναι τόσο τέλεια που η κυβέρνηση αναθέτει την υπόθεση στον φημισμένο αστυνομικό επιθεωρητή Αντρέ Ματέι. Ο Μπογιάρσκι, όμως, είναι τόσο μεθοδικός που ο Ματέι δεν δείχνει ικανός να τον εντοπίσει…
Την ιστορία του Ζεράρ Μπογιάρσκι, του αποκαλούμενου «Σεζάν των παραχαρακτών» και πιο διάσημου παραχαράκτη του κόσμου, μεταφέρει στο σινεμά ο Ζαν-Πολ Σαλομέ στον Παραχαράκτη του, επωφελούμενος απ’ το πραγματικό για να φτιάξει μια διεισδυτική μυθοπλασία που θα κερδίσει και θα συγκινήσει το θεατή εμβαθύνοντας κι εστιάζοντας όπου θέλει αυτή, εξισορροπώντας δεξιοτεχνικά το πορτρέτο και τη βιογραφία με το οικογενειακό δράμα και το αστυνομικό φιλμ με στοιχεία σασπένς. Οι μονοσήμαντες δικαιολογίες της αρχής για τις πράξεις του Μπογιάρσκι προσπερνώνται γρήγορα, κι η αφήγηση, χωρίς να αποφεύγει εντελώς την αγιογραφία μια κι ο θαυμασμός προς τον εγκληματία-καλλιτέχνη δεν είναι μόνο του Ματέι αλλά και της κάμερας, αποδίδει υπαρξιακά τον ήρωα ως έναν άνθρωπο που μέσα απ’ την παραχάραξη βρίσκει ταυτότητα και αυταξία. Σαν καλλιτέχνης που αδυνατεί να σταματήσει να δημιουργεί, ο Μπογιάρσκι θα υπερασπιστεί το έργο του με κάθε τίμημα, ακόμα κι αν αυτό αφορά το γάμο του ή και την ίδια του την ελευθερία. Η κάμερα αποτυπώνει τα εσωτερικά του διλήμματα με σκιές και φως, αντιστοιχώντας την εσωτερική του πραγματικότητα στις κινηματογραφικές της εικόνες και τα κάδρα, που ατμοσφαιρικά, στιλιζαρισμένα και συχνά με αποχρώσεις φιλμ νουάρ αποτυπώνουν γνήσια και μ’ αμεσότητα μαζί και το πνεύμα της εποχής αλλά και την ψυχοσύνθεση όλων των ηρώων. Η αγωνία και το σασπένς αυξάνονται όσο η ώρα περνά κι ένα ολόκληρο εικαστικό οπλοστάσιο διατίθεται προς τέρψη του θεατή, ακόμα και σκηνές καταδίωξης και συμμορίας. Μεγαλύτερη, όμως, επιτυχία του Σαλομέ είναι ο τρόπος που χτίζει την ένταση μέσα απ’ το πως η στάση του πρωταγωνιστή (ο Ρεντά Κατέμπ τον αποδίδει μ’ εσωτερικότητα, υπαινικτικότητα κι εξαίσιο μέτρο) επηρεάζει τις σχέσεις του, τη ζωή του και τους άλλους χαρακτήρες. Η πλοκή γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα όταν τα ζεύγη της αφήγησης γίνονται δύο, με τον Μπογιάρσκι και τη γυναίκα του ν’ αποκλίνουν, όσο εκείνος συγκλίνει με το Ματέι, σαν ένας δημιουργός που δεν μπορεί πια να σταθεί σε σχέση ισότιμη κι έχει ανάγκη μόνο το θεατή του. Ο αλληλοθαυμασμός κι ο αλληλοσεβασμός διώκτη-διωκόμενου, που συχνά βλέπουμε σε ταινίες είδους, σχετίζεται εδώ με την ανάγκη του δημιουργού να γίνει ορατός και γίνεται αφορμή ν’ ανοίξει μια ολόκληρη θεματολογία που αφορά την υπαρξιακή μοναξιά του καλλιτέχνη και την εμμονή, την ανάγκη του για αναγνώριση, τον τρόπο που η ταυτότητά του μοιάζει σχεδόν να θρυμματίζεται όσο μένει στην αφάνεια, και το τίμημα που είναι διατεθειμένος να πληρώσει. Θέματα γνησιότητας και πλαστότητας στην τέχνη, τι είναι πιο γνήσιο η αλήθεια ή το αντίγραφό της τίθενται επίσης εδώ, μαζί με μια κοινωνική κριτική που απ’ το φόντο συνεχώς μιλάει, αλλά κι έναν ανθρωποκεντρισμό που κάνει την αγάπη να μην παραιτείται, αλλά να νικάει και τη δικαίωση να έρχεται για όλους με κάποιο τρόπο.
Ο Σαλομέ χειρίζεται σ’ ένα βαθμό τα συναισθήματα του θεατή, με μια κάμερα που μένει ξεκάθαρα στο πλευρό του ήρωά του αναδεικνύοντάς τον ως φιγούρα σχεδόν ασκητική κι ας ζει μέσα στην πολυτέλεια, αφού οι ανέσεις δεν δείχνουν να έχουν σημασία γι’ αυτόν και τα χαρτονομίσματα μετρούν κυρίως ως έργο τέχνης.
Σε μια τέτοια ταινία που κεντράρει πάνω στην εικόνα και την αναπαράσταση και μιλά για την ανάγκη του καλλιτέχνη να βάζει στο αντίγραφο την προσωπική του «βελτιωτική» σφραγίδα δεν γίνεται να μην σχολιαστεί ο τρόπος που ο Σαλομέ επεμβαίνει στην αναπαράσταση με τον τρόπο που επιλέγει να δείξει τον Μπογιάρσκι. Η εμφάνιση του Κατέμπ είναι τέτοια που παραπέμπει ευθέως -και σε βαθμό που ο θεατής αρχικά θα μπερδευτεί- στο αμαρτωλό αποικιοκρατικό παρελθόν της Γαλλίας δημιουργώντας του πιθανών συνειρμούς και με πραγματικότητες του τώρα. Το συγκείμενο της ταινίας αλλάζει έτσι εντελώς και ο Πολωνός πρόσφυγας -ξανθωπός και λευκός αλλά όχι εξαιτίας αυτού κι αποικιοκράτης- μένει εν τέλει εκτός απ’ την ίδια του την ιστορία. Τίθεται έτσι προς συζήτηση αν τέτοιες παρεμβάσεις καθιστούν το βλέμμα μη αποικιοκρατικό, ή ακριβώς το αντίθετο, έτσι όπως θεωρεί πως δικαιούται να επέμβει στην ορατότητα και να ελέγξει την αναπαράσταση αποφασίζοντας αυτό τι θα μπει μέσα και τι όχι.



