του Gianfranco Rosi
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_sotto-le-nuvole.jpeg

«Ο Βεζούβιος δημιουργεί όλα τα σύννεφα του κόσμου»
Ζαν Κοκτώ 
 (απόφθεγμα από το οποίο αντλεί έμπνευση ο τίτλος του ντοκιμαντέρ)

«Ο χρόνος καταστρέφει τα πάντα, συντηρεί τα πάντα και επιστρέφει σε εμάς με έναν απροσδόκητο τρόπο», αναφέρει ένας αρχαιολόγος στη διάρκεια αυτού του γοητευτικού κινηματογραφικού ταξιδιού που ο Gianfranco Rosi εμπνεύστηκε από μία ρήση του Ζαν Κοκτώ, θέλοντας να αφηγηθεί την ιστορία μιας άλλης Νάπολης, αυτής του Βεζούβιου, που συνδέεται (φαινομενικά τουλάχιστον)  περισσότερο με την αίσθηση του παρελθόντος και λιγότερο με το γνωστό πολύβουο παρόν της. Τα σύννεφα γίνονται έτσι, πέρα από αισθητικό, και ισχυρό αφηγηματικό στοιχείο, ρευστό και μετακινούμενο, που απεικονίζει σε εντυπωσιακές γκρίζες αποχρώσεις το συνεχές του χρόνου, συνδέοντας τοπία και ιστορίες ανθρώπων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Ταξίδι στον χρόνο
Η ταινία ξεκινά με αρχειακό υλικό που τρεμοπαίζει στο σκοτάδι, σε έναν παλιό, εγκαταλελειμμένο κινηματογράφο. Πρόκειται μεταξύ άλλων για σκηνές από την βωβή ταινία του 1913 «The Last Days of Pompeii» του Eleuterio Rodolfi και από το αριστούργημα  του Roberto Rossellini «Viaggio in Italia/Ταξίδι στην Ιταλία»(1954). Άνθρωποι που το μοιραίο έτος 79 μ.Χ. κινούνται ανυποψίαστοι σε έναν τόπο που θα θαφτεί σύντομα στις στάχτες του, ένα ζευγάρι που ταξιδεύει σε μια πόλη η οποία θα ασκήσει δραματική επίδραση στη σχέση τους, που περνά μια βαθιά κρίση. Κι όπως στην ταινία του Rossellini (αγαπημένου σκηνοθέτη του Rosi) η επίσκεψη του ζευγαριού στην Πομπηία συμπυκνώνει σε μια συγκλονιστική στιγμή το τότε με το τώρα, έτσι και στο Below the Clouds/ Sotto le nuvole συναντιούνται συνεχώς το παρόν με το παρελθόν, η νεωτερικότητα με την ιστορία. Ο φθαρμένος κινηματογράφος, που με ταφική μελαγχολία επανέρχεται στο ντοκιμαντέρ, γίνεται κι αυτός ένα αρχαιολογικό μνημείο στον χώρο, τον χρόνο και τη μνήμη, με την ίδια βαρύτητα με αυτή των ανασκαφών, σε μια πόλη που βαθιά ριζωμένη στην ιστορία μιας καταστροφής, με τις πολλαπλές της διαστρωματώσεις, λειτουργεί ως μια τεράστια μηχανή του χρόνου. 

Στη σκιά του Βεζούβιου και της Ιστορίας η γη τρέμει αλλά η ζωή συνεχίζεται
Όπως και σε προηγούμενες ταινίες του Rosi ο θεατής παρακολουθεί και εδώ ενέργειες και  παράλληλους βίους διαφορετικών χαρακτήρων που με κάποιον τρόπο συνδέονται. Ανασκαφές που εξακολουθούν να φέρνουν στο φως νέα ευρήματα, μια μικρή ομάδα γιαπωνέζων αρχαιολόγων που εργάζεται εδώ και δέκα χρόνια στα ερείπια της εικαζόμενης Villa Augustea, έναν τοπικό αξιωματικό με έναν ερευνητή που μας ξεναγούν στις υπόγειες σήραγγες και τα δωμάτια μιας λεηλατημένης από τους τυμβωρύχους βίλας (μια αντήχηση  του "La Chimera" (2023) της Alice Rohrwacher), υπαλλήλους του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Νάπολης που με λευκές ρόμπες και κρατώντας πυρσούς μας οδηγούν με πάθος αλλά και θλίψη στις υπόγειες αποθήκες, εκεί όπου έχουν στοιβαχτεί  πολλά από τα θραύσματα του παρελθόντος, κάποια πραγματικά αριστουργήματα. Και από την άλλη, τα άλογα κούρσας κάθε τόσο προπονούνται κατά μήκος της ακτής, ενώ οι πολύπαθοι υπάλληλοι ενός τηλεφωνικού κέντρου έκτακτης ανάγκης της πυροσβεστικής (στους οποίους επιστρέφει επανειλημμένα η ταινία) δέχονται κλήσεις από ανθρώπους από όλη τη Νάπολη. Κάποιοι καλούν για να αναφέρουν σεισμικές δονήσεις, άλλοι ρωτούν αν έχει γίνει σεισμός, μια τρομοκρατημένη γυναίκα που κακοποιείται από τον άντρα της ζητάει απεγνωσμένα βοήθεια, ενώ κάποιοι ρωτούν απλώς την ώρα. Σκηνές γεμάτες  χιούμορ αλλά και φωνές που φωτίζουν τη σύγχρονη αγωνία της περιοχής ανάμεσα στον κόλπο της Νάπολης και τον Βεζούβιο, που το έδαφός της εξακολουθεί ακόμα να τρέμει. Την ίδια στιγμή σε ένα πλοίο που καταφθάνει στο λιμάνι της πόλης και ξεφορτώνει  χιλιάδες τόνους ουκρανικών σιτηρών, Σύριοι εργάτες που έχουν ξεφύγει προσωρινά από την εμπόλεμη ζώνη μιλάνε για τη ζωή τους, ανακαλώντας έτσι τα θέματα του πολέμου και της προσφυγικής κρίσης με τα οποία έχει ασχοληθεί ο δημιουργός και στο παρελθόν (Fuocoammare, Notturno). Ανάμεσα σε αυτές τις σεκάνς που επανέρχονται με ρυθμική κανονικότητα, δημιουργώντας ένα ονειρικό κολάζ εικόνων και ήχων (εξαιρετικός ο μουσικός σχεδιασμός του Daniel Blumberg που συνθέτει μαγικά ηχοτοπία) ξεχωρίζουν οι σκηνές που εμπεριέχουν την ιστορία ενός ηλικιωμένου που έχει μετατρέψει το παλαιοπωλείο του σε αίθουσα μελέτης μετά το σχολείο για τους ντόπιους νέους και βοηθάει τα παιδιά με τα μαθήματά τους. Η καλοσύνη, η ευγένεια και ο ζήλος αυτού του ανθρώπου ενώνεται με κάποιο αόρατο νήμα με αυτήν των τηλεφωνητών, των αρχαιολόγων και συντηρητών, μια υπενθύμιση ότι η κοινωνική προσφορά θα σώσει την ανθρωπότητα. «Σε όλους τους χαρακτήρες που επέλεξα, υπάρχει ένα πνεύμα πολιτικής αντίστασης», αναφέρει ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του.

Το ασπρόμαυρο ως σύγχρονο αρχείο εικόνων
Το ασπρόμαυρο που επιλέγει ο Rosi δίνει στον τόπο μια απόκοσμη χροιά. Αυτή δεν είναι σίγουρα η γνωστή Νάπολη, με την πολυχρωμία της και τις στερεοτυπικές της εικόνες. Εδώ η πόλη καλύπτεται από γκρίζα σύννεφα που τυλίγουν τον πάντα απειλητικό Βεζούβιο και το μεσογειακό φως είναι λιγοστό. Στα κεντρικά γραφεία του Osservatorio Vezuviano, του παλαιότερου ηφαιστειολογικού κέντρου στον κόσμο, απρόσωπες οθόνες παρακολουθούν όλο το 24ωρο τα τοπικά ηφαίστεια για τυχόν αλλαγές στη δραστηριότητά τους, ενώ οι τηλεφωνικές γραμμές παίρνουν φωτιά τη νύχτα. Η συλλογική μνήμη του παρελθόντος είναι ακόμα ζωντανή σε μια πόλη πετρωμένη στον χρόνο όπως τα σώματα των εραστών, που στα φυσικά εκμαγεία τους παγιδεύεται το βλέμμα της Ingrid Bergman και του George Sanders στην ταινία του Rossellini. Κι όπως η Circumvesuviana, το πυκνό σιδηροδρομικό δίκτυο που συνδέει το κέντρο της Νάπολης με τα γύρω από τον Βεζούβιο προάστια, μοιάζει να διασχίζει τον χώρο και τον χρόνο, έτσι και οι ιστορίες διατρέχουν κυκλωτικά τον κορμό μιας ταινίας που στην ουσία αφορά τη μνήμη, από τα ερείπια και τις καταστροφές του παρελθόντος ως το πάντα αβέβαιο παρόν. Για τον Rosi η επιλογή του ασπρόμαυρου έγινε για αυτόν ακριβώς τον λόγο : τη δημιουργία ενός σύγχρονου αρχείου εικόνων για τον αρχαιολόγο του μέλλοντος.   

 Μια νέα απεικόνιση του κόσμου
Το τρίτο ντοκιμαντέρ μιας άτυπης ιταλικής τριλογίας που ακολουθεί το Sacro GRA του 2013 και το Fuocoammare (Fire at Sea) του 2016, (παρατηρητικές προσεγγίσεις σε διαφορετικά περιβάλλοντα της Ιταλίας, που καταγράφουν τις ζωές των ανθρώπων κατά μήκος του μεγαλύτερου γύρω από τη Ρώμη περιφερειακού της Ιταλίας, και την καθημερινότητα όσο και τη μεταναστευτική κρίση στη Λαμπεντούζα της Σικελίας), το Below the Clouds ακολουθεί την ίδια υπομονετική και πολυδιάστατη, χωρίς σχόλια προσέγγιση. Ενώνοντας στοιχεία που φαίνονται απομακρυσμένα το ένα από το άλλο και συναρμολογώντας δεξιοτεχνικά (εδώ ως άλλος αρχαιολόγος) τα κομμάτια ενός γεωγραφικού-ανθρωπολογικού μωσαϊκού, ο Rosi προχωρά μέσα από τη σύνθεση στη δυναμική ανάλυση της λειτουργίας ενός τόπου, αναδεικνύοντας τη φύση των σχέσεων σταδιακά και καθιστώντας το ντοκιμαντέρ όχι μόνο πεδίο άσκησης μιας διαρκώς τροφοδοτούμενης ανησυχίας αλλά και μέσο μιας νέας απεικόνισης του κόσμου. Επιστρέφοντας στη χρήση των βασικών μονάδων του κινηματογράφου, του πλάνου και του μοντάζ, ο Rosi  στο Below the Clouds μεταμορφώνει την πραγματικότητα σε κάτι άλλο, που αιωρούμενο εκτός οθόνης βρίσκεται τόσο (συγκινητικά) κοντά στον θεατή. 

Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2026