του Oliver Laxe
(κριτική: Σωτήρης Ζήκος)![]()
Ένα νεο-χίπικο κινηματογραφικό οδοιπορικό στην πιο άγονη και ερημική περιοχή του πλανήτη (μόνο άμμος και βράχια) όπου ακόμα κάποιοι εναπομείναντες αναχωρητές στήνουν πάρτι διαρκείας με χορούς εκστατικούς υπό τους μπιτάτους ήχους μιας επαναλαμβανόμενης μουσικής με υψηλά ντεσιμπέλ -κι οποιος αντέξει. Και μετά από τη βίαιη διάλυσή τους από στρατιωτικές ομάδες, κάποιοι λίγοι, ατίθασοι, αντιστασιακοί, αναχωρούν με τα οχήματά τους για μια άλλη “γη της επαγγελίας” ενός αέναου χορού, συνοδεύομενοι από έναν συμβατικό μεσήλικα πατέρα και τον μικρό του γιο με το δικό τους βαν, που αναζητούν επίμονα την “χαμένη” αγαπημένη κόρη (“ταξιδιάρα ψυχή”) που τους λείπει, χωρίς σημεία ζωής, εδώ και κάποιον καιρό.
Και καθ΄ οδόν, το ταξίδι αυτό από συντροφικό οδοιπορικό αναζήτησης μιας νέας νοηματοδότησης τελικού προορισμού, μετατρέπεται σ' έναν αγώνα επιβίωσης με εντελώς απρόβλεπτες και ατυχείς απώλειες ανθρώπινων ζωών, που σοκάρουν επιδραστικά τους ίδιους, αλλά και τον θεατή της ταινίας, ακυρώνοντας σταδιακά και καταλυτικά το οποιοδήποτε νόημα αυτής της επίμονης πορείας προς τα εμπρός. Όπου η άγονη έρημος που πασχίζουν να διασχίσουν, με τις φανερές και κρυφές της παγίδες (τα απόκρημνα περάσματα ψηλά και τις θαμμένες νάρκες στα αμμώδη πεδινά) αντιστρέφονται δραματικά σε υπαρξιακά κενά. Μέσα από μια φύση δίχως έλεος για κανένα, χωρίς Θεό και χωρίς καμιά ελπίδα. Καταλήγοντας εντέλει, και οι μόνοι τρεις επιζώντες ήρωες αυτής της μεγάλης περιπέτειας, νομοτελειακά, στο ίδιο αργό τρένο μιας υπομονετικής φυγής -προς το πουθενά, όπως και των υπόλοιπων προσφύγων στην ίδια τους τη χώρα, δηλαδή των κοινών θνητών που κάθε τόσο αποχωρούν για αλλού για να σωθούν. Κι όπου τους βγάλει. Κι αυτό, θαρρώ, ότι λειτουργεί σαν ένα μάθημα ζωής... που αφορά, πρωτίστως, της γης τους κολασμένους! Και όχι τόσο εμάς τους βολεμένους.
Η ταινία είναι ανοιχτή σαν "πληγή" ψυχεδελική και ως τέτοια επιδέχεται διαφορετικές αναγνώσεις ανάλογα με το πώς έχει τριπάρει ο καθένας στο ταξίδι μαζί της κατά τη θέασή της.



