του Alain Guiraudie
(κριτική: Δημήτρης Μπάμπας)![]()
Γαλλική ύπαιθρος, ένας επαρχιακός δρόμος. Υποκειμενικό πλάνο μέσα από ένα αυτοκίνητο. Ο δρόμος, μακρύς και ατελείωτος. Η κατάληξή του: ένα γραφικό χωριό. Ο Jérémie, ένας 30χρονος καταφθάνει για τον τελευταίο αποχαιρετισμό και την εξόδιο ακολουθία του παλιού του αφεντικού. Ωστόσο, αυτή η κηδεία είναι και η αφορμή για μια επιστροφή στον τόπο της νεανικής ηλικίας, για την επαναφορά στο προσκήνιο συναισθημάτων ξεχασμένων. Βόλτες στα δάση που περιτριγυρίζουν το χωριό, σχέδια για δουλειές και συναντήσεις με τους παλιούς φίλους και γνωστούς. Η παρουσία του, όμως, προκαλεί μια αναστάτωση, καθώς κρίνεται από κάποιους ως ανεπιθύμητη...
Η αφήγηση οικοδομείται πάνω στις εντάσεις των συναντήσεων, τη ρουτίνα της επαρχιακής ζωής που ανατρέπεται, το μυστήριο της παρουσίας και του παρελθόντος αυτού του νεαρού στο χωριό. Υπάρχει μια αμφισημία, μια ασάφεια, σχετική με τα κίνητρα και τις επιθυμίες, τόσο του κεντρικού χαρακτήρα (τον υποδύεται με μια σχεδόν μπρεσονική ακινησία ο Félix Kysyl), όσο και των προσώπων με τα οποία έρχεται σε συνάφεια.
Τα σχετικά με τα προηγούμενα αναπάντητα ερωτήματα συνιστούν ένα αφηγηματικό κενό που βρίσκεται στο κέντρο γι’ ένα μεγάλο μέρος της ταινίας. Όλες αυτές οι σχετικές με το κενό, δραματικές εντάσεις κορυφώνονται και απελευθερώνονται στη σκηνή μιας αποτρόπαιης πράξης.
Ο κεντρικός χαρακτήρας καθορίζεται από την ανδρική ομοφυλόφιλη (… και όχι μόνο) ερωτική επιθυμία. Ο προνομιακός χώρος της δραματικής πλοκής δεν είναι το γραφικό χωριό, αλλά κυρίως το φθινοπωρινό δάσος που το περιβάλλει -το σκοτεινό δάσος ενός γοτθικού παραμυθιού-, ο τόπος όπου οι απωθημένες επιθυμίες αναδύονται. Το καφέ και το σκούρο πράσινο, τα παστέλ χρώματα του φθινοπώρου κυριαρχούν στο χώρο αυτό.
Το στοιχείο της ενοχής δεν είναι καθοριστικό για το κεντρικό χαρακτήρα, δεν τού βαραίνει την ύπαρξη. Δεν υπάρχει ένα ηθικό πλαίσιο σε αυτή την ιστορία, και είναι ακριβώς αυτός ο αμοραλισμός που την κάνει ενδιαφέρουσα και συναρπαστική.
Σταδιακά, στην αφήγηση έρχεται στην επιφάνεια ένα στοιχείο παράλογου -που παραβιάζει και διαρρηγνύει το ρεαλιστικό στοιχείο και τα στοιχεία του θρίλερ -, μια κρυφή παιγνιώδη διάσταση από την πλευρά του σκηνοθέτη που διαταράσσει και εντέλει ανατρέπει τις μέχρι τότε διαμορφωμένες εντυπώσεις : ένας αστυνομικός που εισβάλλει τα βράδια στα σπίτια και τα υπνοδωμάτια ανακρίνει τους υπόπτους, ένας ιερέας που έρχεται αντιμέτωπος με το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του.
Εκκινώντας ως μια ταινία όπου ο κεντρικός χαρακτήρας αναμετράται με το παρελθόν (Tom at the Farm, Xavier Dolan 2013), εισβάλλοντας σ’ ένα κλειστό σύμπαν, ανατρέποντας τις ισορροπίες και προκαλώντας τις επιθυμίες (Teorema, Pier Paolo Pasolini, 1968), το Misericordia μετεωρίζεται για να μετατραπεί τελικά σε μια ευφυή μαύρη κωμωδία, πιστή στις καλύτερες εκδοχές του είδους (The Trouble with Harry, Alfred Hitchcock, 1955).
Και όπως συμβαίνει και στις καλύτερες εκδοχές του είδους, σ’ αυτήν την σκοτεινή και βαθύτατα αμοραλιστική κωμική φαντασία, η τελική κορύφωση (...και η ανατροπή) συμβαίνει πάντα στην τελευταία εικόνα, στο έσχατο πλάνο της ταινίας...



