(Ο ήχος της πτώσης)
της Mascha Schilinski
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)![]()
Τέσσερις γενιές γυναικών κι οι ιστορίες τους έτσι όπως εξελίσσονται στην ίδια φάρμα κάπου στη Βόρεια Γερμανία σε διάστημα περίπου τριών αιώνων. Σαν συνδετικός κρίκος νοήματος, οι μνήμες κι οι μαρτυρίες τους διαπερνούν το χρόνο και τις γενιές κι αντανακλούν διαγενεακά τραύματα ενός ανελέητου τρόπου ανατροφής, εμμονικού με το θάνατο και τη δύναμη που με τη σκληρότητα και τις τιμωρίες του κόβει συχνά τα πόδια στους πιο αδύναμους ή τους αφήνει μόνους τους να τσακιστούν. Πώς μπορεί άραγε κανείς να γλιτώσει;
Σπουδαία ταινία σπάνιας εικαστικής αντίληψης κι ομορφιάς, αλλά και δυσβάσταχτη ενίοτε ακριβώς λόγω της δύναμής της, Ο ήχος της πτώσης/ Sound of falling της Μάσα Σιλίνσκι, αιωρείται δεξιοτεχνικά πάνω απ’ το κενό μιας συνεχώς επαπειλούμενης πτώσης και μιας βίας υπόκωφης που δεν απειλεί μόνο τις ηρωίδες και τον πιο αδύναμο αλλά και την ψυχή διαχρονικά της γερμανικής κοινωνίας. Η πλοκή εδώ καθιστά το χρόνο συνεχώς διπλό έτσι όπως συνδέει τις καθημερινότητες διαφορετικών ενεστώτων με τις εκτός κάδρου, εκ των υστέρων αφηγήσεις και ρέει σαν ονειροφαντασία αναστοχαστική μ’ ένα κάλλος μακάβριο – που ομοιάζει τ’ όνειρο, αλλά ρέπει προς τον εφιάλτη. Η βία, υπόγεια κι άρρητη ή κι εκφρασμένη κι εμφανής, κυριεύει την οθόνη και τις καρδιές από χίλιες μεριές με τη σκηνοθεσία να την αναδεικνύει εξαίσια με χίλιους τρόπους, απ’ τις λέξεις των διαλόγων και το στήσιμο των πλάνων, ως τη σκηνογραφία των δωματίων και τα χρώματα της κινηματογράφησης. Το αποτέλεσμα παραπέμπει διαρκώς στο τραυματικό και στο θάνατο που αναρωτιέται κανείς αν η αγωγή αυτή τον ξορκίζει ή απλά τον λατρεύει. Οι αδύναμοι συνθλίβονται ψυχικά ή και σωματικά απ’ τους κανόνες και τους περιορισμούς κι οι γυναίκες -εξ ορισμού ως φύλο για την κουλτούρα αυτή διαχρονικά υποδεέστερες- οφείλουν να υπακούν στον κοινωνικό/ταξικό ρόλο τους και στις ορέξεις/εντολές κάποιου άνδρα -πατέρα, εραστή, συζύγου ή φεουδάρχη. Ή καμία φορά και μητέρας.
Το πρότυπο του ατρόμητου και πιο δυνατού που η εκπαίδευση αυτή προσπαθεί να επιβάλλει, χωρίς ταυτόχρονη ανάπτυξη του ενδιαφέροντος προς τον Άλλον, κάνει ακόμα και τις ενοχές να είναι μάλλον ναρκισσιστικές και τις αντιδράσεις να είναι συχνά μαζοχιστικού περιεχομένου. Το κατά Χάιντεγκερ ιδιοσυγκρασιακό άγχος (angst) των Γερμανών, αυτός ο συνδυασμός υπαρξιακού φόβου και ανησυχίας απέναντι στη θνητότητα και το θάνατο, που πυροδοτείται κάθε φορά που κανείς σκέφτεται τι μπορεί να χάσει ή που κάτι τον παραπέμπει εκεί -πόσο μάλλον όταν η απώλεια ήδη υπάρχει-, διατρέχει υπόγεια όλη την ταινία ως αίσθηση που η κινηματογράφηση -σχεδόν υπνωτιστικά- έχει τη δύναμη να μεταδώσει και στο θεατή της. Στο πλαίσιο αυτό, πιθανές αντιδράσεις όπως ενόχληση ή και συναισθηματική αποστασιοποίηση του τελευταίου ως άμυνα, δεν είναι παρενέργειες, αλλά ζητούμενα της ταινίας, καθώς ο Ήχος της πτώσης μοιάζει ν’ ανήκει στη κινηματογραφική αυτή σχολή που ζητά τη βιωματική συμμετοχή του. Το αρνητικό είναι εδώ ένας απ’ τους τρόπους της σκηνοθεσίας να πετύχει τους στόχους της, όπως για παράδειγμα έκανε -πιο ακραία- ο Μίκαελ Χάνεκε στην περίφημη σκηνή με το πινγκ-πονγκ στις 71 Συμπτώσεις (1994) φέρνοντας με τις συνεχιζόμενες μπαλιές το θεατή, όπως και τον ήρωα, στα όριά του.
Δείχνοντας μέσα απ’ τις ιστορίες του ότι η πτώση δεν θα πάψει να συντελείται όσο η γερμανική κοινωνία δεν αλλάζει το ψυχολογικό/κοινωνικό αυτό πρότυπο που προκαλεί διαρκή τραύματα και δράματα, αλλά και τους τρόπους της να επιβάλλει αυτά που νομίζει, ο Ήχος της Πτώσης μας καλεί και μας εγκαλεί στην ανάγκη του ανθρωπισμού – που ως έννοια δεν υπάρχει διόλου εδώ, αλλά κάνει εκκωφαντικό θόρυβο ακριβώς επειδή αφάνταστα λείπει.
Νύχτες Πρεμιέρας 2025



