του Radu Jude
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)![]()
Με τον «Δράκουλα» το προβοκατόρικο σινεμά του Ράντου Ζούντε πειραματίζεται με τα όρια της μυθολογίας και του φολκλόρ προκειμένου να διακωμωδήσει την σύγχρονη Ρουμανία. Παράλληλα πειραματίζεται με τα όρια της ίδιας της κινηματογραφικής αναπαράστασης με ιδιαίτερη χρήση και έμφαση στην τεχνητή νοημοσύνη ειδικά ως προς την απεικόνιση του πορνό και του gore. Πρόκειται για μια άλλη εικονοκλαστική απόπειρα του ρηξικέλευθου σκηνοθέτη να αναμετρηθεί με τη μεταμοντέρνα ιδέα της προσομοίωσης και να στοχαστεί πάνω στην τυχόν διαλεκτική δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης τόσο στον κινηματογράφο όσο και στην καθημερινή ζωή.
Η πλοκή είναι υποτυπώδης μόνο και μόνο για να δικαιολογήσει τα διαφορετικά κεφάλαια. Ένας ‘δημιουργικός’ σκηνοθέτης βρίσκεται σε ‘δημιουργικό’ αδιέξοδο και προσπαθώντας να λανσάρει το μύθο του Δράκουλα με σύγχρονους όρους της κοινότητας θαυμαστών στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης ανατρέχει για βοήθεια στη ‘δημιουργικότητα’ ενός software τεχνητής νοημοσύνης.
Ο Βλαντ ο Ανασκολοπιστής (Κόμης Δράκουλας) εμφανίζεται στο αρχικό ζενερίκ μέσα από τεχνητές απεικονίσεις σε πρόστυχο κάλεσμα που προβοκάρει το κοινό και παρωδώντας τον ίδιο τον μύθο του. Στην εσκεμμένη μη γραμμική κατάτμηση της αφήγησης σε επεισόδια-σκετς, ο Ζούντε εκκινεί με την τουριστικοποίηση του μύθου του Δράκουλα. Η επιγραφή του Γουόρντσγουορθ «ευγενικέ αναγνώστη, θα έβρισκες τα πάντα σε μια ιστορία» συμπυκνώνει την μεταμοντέρνα αντίληψη ενός κινηματογραφικού ποτ-πουρί με δράση, ρομάντζο, βία, κυνηγητά, αίμα, σεξ το οποίο οξύνει η κιτς αισθητική της ταινίας. Και πράγματι αυτό συμβαίνει: Πυκνή σε πληροφορία και ανάμειξη κινηματογραφικών αναφορών, οι οποίες ωστόσο υποκύπτουν στη χαμηλού κόστους παραγωγή, η ταινία ανακτά την πολιτική της ατραπό σε εκείνες τις στιγμές όπου το επιδερμικό και μεταμοντέρνο λούστρο στην πραγματικότητα υποσκάπτεται από την ιστορική κληρονομιά του ‘ανασκολοπιστή’ σε θηριωδίες ανά τον πλανήτη. Δίχως να ενσωματώνει (όπως ο Γκοντάρ και ο Μακαβέγιεφ) αρχειακό υλικό προκειμένου να στερεώσει τον τρόμο του μύθου στον πάσσαλο της Ιστορίας, ο Ζούντε αρκείται στην σκωπτική υπενθύμισή τους.
Για παράδειγμα, μνημονεύεται ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης που μιλά για 20,000 βογιάρους θύματα ανασκολοπισμού από τον Βλαντ, όπως άλλωστε και Οθωμανοί παλουκωμένοι με πυρακτωμένες σούβλες ή άπιστες γυναίκες παλουκωμένες και παρατημένες σε βασανιστικό θάνατο στην πλατεία του χωριού. (Μεσαιωνικά ρουμανικά χωριά των οποίων η κοινωνική ονοματοποιία αντικατόπτριζε τη φτώχεια και τη δυστυχία.) Στη σύγχρονη εποχή ο βαμπιρισμός στη Ρουμανία διαθλάται μέσα από διάχυτο αντι-σημιτισμό και φασισμό όπως στην περίπτωση του εθνικιστή φιλόσοφου Νάε Ιονέσκου ή της δράσης του μυστικού άξονα «Λαμπρό Φως» της CIA στη Ρουμανία με ειδίκευση στις ανεπτυγμένες τεχνικές ανάκρισης. Οι περιπλανώμενοι συνδαιτημόνες του τουριστικοποιημένου Δράκουλα θυμίζουν, επίσης, τη σκοτεινή περίπτωση του Τμήματος 731 Μάντσου στην Ιαπωνία και τα φρικτά πειράματα-βασανιστήρια σε Κινέζους, Ρώσους και Κορεάτες αιχμαλώτους. Όχι αναπάντεχα ο Ζούντε καταλήγει στις περίφημες διατυπώσεις του Μαρξ για το κεφάλαιο ως βρυκόλακα που πίνει το αίμα της ζωντανής εργασίας.
Εν τέλει η μαραθώνια μυθοπλασία και εικονική πραγματικότητα αποκρυσταλλώνεται στο κομμάτι της (προλεταριακής) ζωής με τη συγκινητική τη γονεϊκή μαρτυρία της χαράς και του ανήκειν, ταπεινά και ανθρώπινα. Και εδώ φανερώνεται ουσιαστικά η σχετική αδυναμία της ταινίας, καθώς η κινηματογραφική ματιά του ρεαλισμού θα όφειλε, δεδομένης της προηγούμενης πορείας του Ζούντε, να υπαγορεύσει αυτή το κινηματογραφικό στυλ και να τιθασεύσει την προσομοίωση παρά να αρκεστεί στο ρόλο κομπάρσου. Ωστόσο, το κινηματογραφικό πείραμα του Ζούντε επιφυλάσσει στο γκροτέσκο πανηγύρι βίας και πορνογραφίας από την τεχνητή νοημοσύνη την ίδια της την άρση: ως τον τεχνολογικό βρυκόλακα σήμερα που απομυζά την φωτογραφημένη πραγματικότητα αλλά συνάμα και της γελοιοποίησής της ως απλού αχυράνθρωπου.
Dracula (Radu Jude, Ρουμανία/Αυστρία/Λουξεμβούργο, 2025)
Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2025 /Survey Expanded



