(Αγάπη μόνο)
του Dag Johan Haugerud
(κριτική: Δημήτρης Μπάμπας) ![]()
“Everything is in flux”
από τους διαλόγους της ταινίας
Ένας νεαρός άντρας ακούει τα άσχημα νέα μιας ιατρικής διάγνωσης, από τη γιατρό του παρουσία ενός νοσηλευτή. Έχει διαγνωστεί με καρκίνο του προστάτη και μία από τις συνέπειες της ασθένειας είναι και τα προβλήματα στύσης. Δεν φαίνεται να κατανοεί πλήρως το τι ακριβώς συμβαίνει... Λίγο αργότερα,μια ξεναγός που ερμηνεύει τις γλυπτές διακοσμήσεις του δημαρχείου του Όσλο με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, συμπεριληπτικό και γεμάτο αναφορές στη σεξουαλικότητα.
Διαδραματιζόμενη τον μήνα Αύγουστο στο Όσλο, η ταινία έχει ως κεντρικούς χαρακτήρες την Marianne, μια ογκολόγο γιατρό και τον Tor, τον ομοφυλόφιλο νοσηλευτή βοηθό της. Η αφετηρία της αφήγησης βρίσκει τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες μόνους, σε αναζήτηση ερωτικών συντρόφων. Ό,τι παρακολουθούμε είναι όψεις και στιγμές από την σεξουαλική, συναισθηματική ζωή τους. Ενώ, μια παράλληλη αφηγηματική γραμμή που αναπτύσσεται και υποστηρίζει τις σχετικές που αφορούν τους κεντρικούς χαρακτήρες, είναι η διοργάνωση ενός project με αναφορά στα 100 χρόνια του Όσλο.
Δεύτερος μέρος μιας τριλογίας του σκηνοθέτη με θέμα τον έρωτα στην πόλη - έχει προηγηθεί το Sex (2024) και ακολούθησε το Drømmer/Dreams (Sex Love) (2025)-, η ταινία Kjærlighet/ Love ακολουθεί την τυπολογία των δύο άλλων. Ένας κεντρικός χαρακτήρας -εδώ η γιατρός- που μέσα από τις πράξεις του, τη δράση του και τη στάση του συνδιαλέγεται με τον δεύτερο κεντρικό, εδώ τον νοσηλευτή, πάνω στο κεντρικό θέμα της ταινίας, που εδώ είναι η αναζήτηση ερωτικού συντρόφου, η αναζήτηση του έρωτα και της αγάπης. Η αφήγηση παρακολουθεί τις διαδρομές μέσα στον ευρύτερο αστικό χώρο των δύο κεντρικών χαρακτήρων, τις συναντήσεις τους, τις συνευρέσεις τους, τις διασταυρώσεις τους.
Μικρές χειρονομίες, τα βλέμματα των προσώπων, νύξεις και υπαινιγμοί, οι γοητείες, οι αγωνίες, οι μελαγχολίες της ερωτικής έλξης, πάντα απρόοπτης και μη προγραμματισμένης. Οι προσδοκίες και οι απογοητεύσεις. Πάρκα, φέρι μποτ, μικρά διαμερίσματα, εξοχικά στα προάστια. Από το αστικό κέντρο στα προάστια ό,τι παρατηρούν οι κεντρικοί χαρακτήρες, αλλά και εμείς οι θεατές, είναι μια ευρεία γκάμα σεξουαλικών και ερωτικών συμπεριφορών και στάσεων. Διαφορετικές σεξουαλικότητες, διαφορετικές ερωτικές ταυτότητες συνδιαλέγονται μέσα στην ταινία. Τους λαβύρινθους της ερωτικής συμπεριφοράς, τις διαφορετικές προσωπικές αφηγήσεις για τον έρωτα καταγράφει η δραματική πλοκή.
Τα μουσικά ιντερλούδια με τις νυχτερινές όψεις του Όσλο -στην πραγματικότητα αφηγηματικά στάσιμα- γλυκαίνουν τις εικόνες της ταινίας και συνιστούν χώρους όπου οι ήρωες, και μαζί τους ο θεατής, ρεμβάζουν, στοχάζονται, ή αν θέλετε, μελαγχολούν. Είναι οι χώροι στην αφήγηση, όπου τα πεπραγμένα αποκτούν ένα βάρος, όπου οι σκέψεις κρυσταλλώνονται και οι αποφάσεις λαμβάνονται.
Ένα σινεμά καταγωγικό του σινεμά του Μπέργκμαν, αλλά ταυτόχρονα και επιγονικό του σινεμά του Ρομέρ. Ένα αστικό σινεμά, δηλαδή, ένα σινεμά που αναφέρεται στο άστυ, τους ανθρώπους του, με αφετηρία τα σεξουαλικά ερωτικά τους ήθη. Ωστόσο, η σκόπευση του σκηνοθέτη, όπως μας υποδεικνύουν και αυτά τα αφηγηματικά στάσιμα, είναι πολύ πιο ευρεία: ό,τι αντικρίζουμε σ’ αυτά τα πρόσωπα που ζουν τις αγωνίες του έρωτα, είναι η ρευστότητα της (συναισθηματικής) ζωής και οι (ανθρώπινες) τραγωδίες και κωμωδίες του έρωτα και της αγάπης.



