(Το ιερό αγόρι)
του Paolo Strippoli
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_la-valle-dei-sorrisi.jpg

Σ’ ένα ιταλικό χωριό που παλιότερα είχε γίνει ένα φρικτό σιδηροδρομικό δυστύχημα, οι κάτοικοι υποδέχονται μ’ ενθουσιασμό τον νέο αναπληρωτή δάσκαλο, Σέρτζιο, πρώην πρωταθλητή του τζούντο. Εκείνος, όμως, φέρεται σ’ όλους με κυνισμό κι απαξίωση μέχρι που μια μπαργούμαν τον συναισθάνεται και τον φέρνει σ’ επαφή με το μεγάλο μυστικό του χωριού: τον έφηβο Ματέο που διώχνει τον πόνο με μια αγκαλιά. Ο Σέρτζιο θα συμπαθήσει τον Ματέο και θα θελήσει να τον βοηθήσει κι αυτός. Τα πράγματα, όμως, θα γίνονται όλο και πιο περίπλοκα και σύντομα θ’ αρχίσει ν’ αναρωτιέται αν η δύναμη του παιδιού είναι έργο του Θεού ή του διαβόλου…
Ταινία υπαρξιακό-ψυχολογικού -κι όχι μόνο- τρόμου για τα πένθη που απωθούνται ατομικά και συλλογικά και για μια εφηβεία που δεν μπορεί να ζήσει τα όσα δικαιούται, το The holy boy/ Το ιερό αγόρι του Paolo Strippoli, με στοιχεία από οικογενειακό/εφηβικό δράμα και μεταφυσικό θρίλερ, κλυδωνίζεται ανά στιγμές έτσι όπως πατάει σε πολλές βάρκες μαζί, βρίσκει, όμως, μια νέα δυναμική χάρη στο τέλος της και στη θεολογική/υπερφυσική διάσταση που ως αισθητική κι άποψη κυριαρχούσε ήδη υπόγεια στην αφήγησή της.  Όλα όσα οι ήρωες δεν εξωτερικεύουν για το πένθος και την απώλεια, αλλά και για την επιθυμία που ως απαγορευμένη βιώνεται κι αυτή ως τραύμα, η κινηματογράφηση τα εκφράζει μέσα απ’ τα τοπία και τους χώρους της, σε γήινους ή ψυχρούς τόνους, μ’ αυτή την αίσθηση της ερήμωσης και της απειλής όπου όλα είναι επικίνδυνα γιατί αν ξύσεις λίγο την επιφάνεια τίποτα δεν είναι χαρούμενο ή αθώο. Ο ρόλος του Σέρτζιο, καλοδουλεμένος και στιβαρός, ενώνει όλα τα νήματα της πλοκής, ο Ματέο, όμως, εμπεριέχει την ουσία κι είναι κρίμα που η αμφισημία του μένει εσκεμμένα ανολοκλήρωτη μια κι η πλοκή -όπως κι οι χωρικοί- τον βλέπει χρηστικά απλώς για να εκπληρώσει τα ζητούμενά της.  Εξίσου ανολοκλήρωτη μένει κι η εφηβική γκέι διάσταση της πλοκής κι ας γίνεται καταλύτης του τρομακτικού κι εκφραστής ενός άλλου είδους τραύματος –εξίσου σημαντικού- της αυτό-απόρριψης εξαιτίας κοινωνικών/γονεϊκών επιταγών ή ενοχών που κάνουν το άτομο να νοιώθει «τέρας» - και μερικές φορές να φέρεται κι ανάλογα.
Οι συνέπειες της απώθησης του πένθους και της μη διεργασίας του συλλογικού τραύματος, η επιλογή του να ξεχνά κανείς για ν’ αποφεύγει τον πόνο έναντι του να θυμάται, είναι στο επίκεντρο της προβληματικής της ταινίας που ταυτίζει εν τέλει την άρνηση του πένθους με το  Κακό στην πιο αρχέγονη κιόλας διάστασή του. Αυτήν δηλαδή που λατρεύει τον ατομικισμό και στην οποία ο Άλλος δεν είναι πια κάτι ιερό, αντίθετα δεν διστάζουμε να του απομυζούμε έως και την ενέργεια καταργώντας την ίδια την υπόστασή του. Η αγκαλιά δεν είναι έτσι πια σύμβολο ένωσης ή παρηγοριάς, αλλά εναγκαλισμός με τα πιο σκοτεινά ένστικτά μας κι η υποτιθέμενη σύμπνοια της κοινότητας δεν είναι παρά εγκλωβισμός σ’ ένα χώρο δίχως επανόρθωση, όπου έχει χαθεί κάθε έννοια «κοινωνίας». Το αντίθετο μ’ ότι συμβαίνει στην μεταφυσική του Ταρκόφσκι δηλαδή μια κι η θυσία εδώ διόλου δεν αφορά στην ένωση με το θείο, αλλά αντίθετα σχετίζεται με κάτι διαβολικό – τον απάνθρωπο ατομικισμό ως τίμημα για το ξέχασμα του πόνου.  
Όλα αυτά -που προοιωνίζονται απ’ την πρώτη κιόλας σκηνή- λέγονται στο θεατή κάπως μπερδεμένα κι ανάκατα αλλά αρκετά δυνατά ώστε να του επιστήσουν την προσοχή  και να τον κάνουν να σκεφτεί, ακόμα κι αν είναι για να καταλήξει πως το να θυμάσαι ή να ξεχνάς τον πόνο ως επιλογή έχει πάντα πολύ περισσότερες αποχρώσεις απ’ αυτές που λόγω του είδους της μια ταινία τρόμου θέλει να δείξει.  

La Biennale di Venezia 2025/ Εκτός συναγωνισμού