(Damned if you do damned if you don’t)
του Gianni Di Gregorio
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)![]()
Η συζυγική απιστία ενός καθηγητή λογοτεχνίας στη Χαϊδελβέργη φέρνει τα πάνω-κάτω στη ζωή ενός συνταξιούχου καθηγητή στη Ρώμη, που τυγχάνει να είναι πεθερός του και πρέπει τώρα ν’ απαρνηθεί την ησυχία του, τις καθημερινές του συνήθειες και την βολή του, για να φιλοξενήσει -άγνωστο για πόσο- την κόρη του και τα δύο του εγγόνια και να τους συμπαρασταθεί βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό του.
Μικρή ιστορία για τα δεινά του να έχεις -ή όχι- οικογένεια και του να ενδίδεις -ή όχι- στην αγάπη ή το πάθος, το Damned if you do damned if you don’t του Gianni Di Gregorio, με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον σκηνοθέτη παρουσιάζει με πολλή ζεστασιά και θετική διάθεση διλήμματα που αφορούν όλη μας τη ζωή, άμεσα, αβίαστα και χωρίς να κάνει κρότο. Η ευκολία αυτή της αφήγησης να τα δείχνει όλα να γίνονται χωρίς τίποτα να μοιάζει να συμβαίνει, μπορεί να θεωρηθεί κάποια στιγμή ως μειονέκτημα της ταινίας απ’ το θεατή, σαν άνθρωπος που καλοβολεύεται σε σχέση και την απαξιώνει μετά ως τετριμμένη και καθημερινή, σύντομα όμως, θα διαπιστώσει -σ’ αντιστοιχία με τον πρωταγωνιστή- πως έχει συνδεθεί παραπάνω απ’ ότι πίστευε κι έχουν αρχίσει μέσα του τα συναισθήματα και οι ταυτίσεις.
Στο δίλημμα οικογένεια ή μη ο Di Gregorio παίρνει θέση μέσα απ’ τη σκηνοθεσία με την κάμερα ν’ ακολουθεί τις μεταβολές στην οπτική του ήρωα, που αντιμετωπίζει, απ’ τις κακοτυχίες έως και τον ίδιο του τον εαυτό με την ίδια μειλίχια στωικότητα και υπόγειο χιούμορ. Ταυτόχρονα, κρατάει μια απόσταση απ’ τα τεκταινόμενα για να βάλει και το θεατή σε θέση παρατηρητή-σχολιαστή, κάτι που συνεχώς κάνει μέσα απ’ τα πλάνα της κι η ίδια. Ο κόσμος της διανόησης κριτικάρεται έτσι διακριτικά για τον τρόπο που, παρά τη θεωρητική του κατάρτιση, τα κάνει μαντάρα στη ζωή, μπλέκει τις προτεραιότητες, ξεχνά τις δεσμεύσεις του ή αποφεύγει τη ζωή, ενώ ένα τρυφερό σχόλιο γίνεται για το πώς συχνά βολευόμαστε στη μοναξιά μετά από μια μεγάλη απώλεια ή με την ηλικία.
Το εκτός οικογένειας μοιάζει για την ταινία να σημαίνει όχι μόνο μεγαλύτερη μοναξιά αλλά και μεγαλύτερη απόσταση απ’ τη ζωή, που μοιάζει να προκρίνει ως στάση το σχετίζεσθαι και ν’ ανταμείβει -παρά τις ταλαιπωρίες- όσους το επιλέγουνε, ενίοτε και πολύ απροσδόκητα όπως ας πούμε μ’ έναν ατίθασο λύκο-σκύλο. Ο οποίος φυσικά δίνει στο δίλημμα ελευθερία ή εξημέρωση μέσω των σχέσεων ακόμα πιο αρχαϊκές, αλλά και πιο παιχνιδιάρικες διαστάσεις…
La Biennale di Venezia 2025/ Giornate degli Autori



