(Δυο εισαγγελείς)
του Sergei Loznitsa
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2425_two-prosecutors.jpg

«Όσο περισσότερο κοίταζε, τόσο λιγότερα διέκρινε, τόσο πιο βαθιά μες στο λυκόφως βούλιαζαν όλα
Φραντς Κάφκα, Ο Πύργος (μτφ. Βασ. Τομανά)

«Ο δρόμος στριμώχνει σιωπηλά τα βάσανά του.
Η φωνή του σαν κόκκαλο ψαριού στο λαρύγγι του.
Η πολιτεία αμπάρωσε το δρόμο με σκοτάδι

Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Σύννεφο με παντελόνια (απόδοση Γ. Ρίτσου)

Σοβιετική Ένωση, 1937. Η τεράστια σιδερένια πύλη μιας φυλακής ανοίγει και ο θεατής εισέρχεται σε έναν κόσμο βγαλμένο από τις «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων» του Ντοστογιέφσκι. Ομάδες υποσιτισμένων κρατούμενων κινούνται με δυσκολία, εκτελώντας ταπεινωτικές αγγαρείες με βαριές συνέπειες. Βρισκόμαστε στην καρδιά του Μεγάλου Τρόμου, της γνωστής «Μεγάλης Εκκαθάρισης» των εχθρών του κράτους από τον Στάλιν. Χιλιάδες επιστολές για απονομή χάριτος, φυλακισμένων που κατηγορήθηκαν ψευδώς από το καθεστώς, καίγονται σε ένα κελί. Μια από αυτές, γραμμένη με αίμα, θα τραβήξει την προσοχή του ηλικιωμένου στον οποίο έχει ανατεθεί η αγγαρεία της καταστροφής και που με κίνδυνο της ζωής του θα την περισώσει για να την προωθήσει στον τοπικό εισαγγελέα. Αποστολέας της, ένας εξέχων νομικός και πρώην πιστό μέλος του κόμματος που περιέπεσε σε δυσμένεια και τώρα σαπίζει στη φυλακή. Η ταινία ξεκινάει με μια διπλή πράξη αντίστασης.
Με την άφιξη του νεοδιόριστου εισαγγελέα, προς μεγάλη έκπληξη των αρχών, πυροδοτείται μια βραδυφλεγής σισύφεια προσπάθεια αποκατάστασης της δικαιοσύνης, ένα ταξίδι με δυσοίωνη επιστροφή. Ο νεαρός νομικός ονόματι Kornev, αφοσιωμένο μέλος του κομμουνιστικού κόμματος, ατρόμητος και ενθουσιώδης οικοδόμος της κοινωνίας του μέλλοντος και ποτισμένος με το ιδεαλιστικό πνεύμα της πρώτης μετεπαναστατικής γενιάς των μπολσεβίκων, πιστεύει στο κράτος δικαίου. Είναι ο ίδιος η ακηλίδωτη ενσάρκωσή του. Οι μαρτυρίες για βασανιστήρια κρατουμένων, εξαναγκαστικές ομολογίες, κατασκευασμένες κατηγορίες και διαφθορά στην NKVD (μυστική αστυνομία, πρόδρομος της KGB) θα τον ωθήσουν να αναλάβει μια τιτάνια αποστολή -σε πείσμα των υποδείξεων, των εσκεμμένων καθυστερήσεων και των προειδοποιήσεων- προκειμένου να ενημερωθεί ο Γενικός Εισαγγελέας στη Μόσχα για την εξάπλωση της διαφθοράς στο κόμμα. Υπάρχει έντονο το στοιχείο της τραγικότητας, πέραν αυτού της διπλής ειρωνείας (αφού το κράτος καταβροχθίζει τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του και ο Kornev νομίζει ότι θα σώσει την επανάσταση), στο Two Prosecutors. Ο ήρωας αγνοεί ως το τέλος της διαδρομής κάτι που ο θεατής γνωρίζει εξαρχής.
Στον Πύργο του Κάφκα ο κεντρικός ήρωας, ένας χωρομέτρης, γνωστός ως Κ. φτάνει σε ένα χωριό και συναντώντας τη σθεναρή άρνηση των αρχών στο να ασκήσει τα καθήκοντά του, επιχειρεί να αποκτήσει πρόσβαση στις μυστηριώδεις αρχές που κυβερνούν τον τόπο. Προσπαθεί να φτάσει στον απρόσιτο για τους πολλούς Πύργο, ενώ οι επαφές του γίνονται μόνο μέσω διαμεσολαβητών. Σπάνια συγγραφείς έχουν καταφέρει να απεικονίσουν στο έργο τους μια τόσο ζοφερή ατμόσφαιρα όπως αυτήν του Πύργου (και της Δίκης). Σπάνια ο χώρος χρησιμοποιήθηκε με τόση γεωμετρική ακρίβεια ως εργαλείο αποτύπωσης ιδεών, ως «μια λεπτομερής ανατομία της εξουσίας». Η ταινία του Loznitsa εισάγει τον θεατή στον ίδιο καφκικό εφιάλτη, έναν κόσμο εδώ ωστόσο ιστορικά υπαρκτό και με έντονο το στοιχείο της αυθεντικότητας (στη σκηνογραφική απόδοση), που θα μπορούσε παράλληλα να αναγνωστεί και ως μεταφορά για τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Οι χώροι της φυλακής, οι προθάλαμοι, οι θάλαμοι και τα κελιά, τα παραθυράκια, οι διάδρομοι, οι αίθουσες αναμονής και τα πολιτικά γραφεία συνθέτουν μια με ακρίβεια σκηνοθετημένη Αρχιτεκτονική του Τρόμου: έναν στατικό (η κάμερα παραμένει πάντα σταθερή), ασφυκτικό και κλειστοφοβικό κόσμο εγκλεισμού και αυστηρής γραφειοκρατίας, χρωματισμένο με άψυχους γήινους τόνους (παρά τον παραλογισμό υπάρχει πάντα μια τάση γείωσης). Μέσα σε αυτή την περίκλειστη δομή εξουσίας, τα βήματα των φυλάκων, οι μεταλλικοί ήχοι από το ξεκλείδωμα και το βρόντημα των θυρών, οι αρμαθιές των κλειδιών που τρίζουν, αλλά και οι παρατεταμένες σιωπές μαζί με τις βασανιστικές αναμονές δημιουργούν έναν ζοφερό και με ακρίβεια μετρονόμου υπόγειο ρυθμό, μια αυξανόμενη αίσθηση φόβου και αγωνίας συγχρονισμένης με την εποχή που διαδραματίζονται τα γεγονότα, που εντείνεται τόσο από την οπτική φόρμα της ταινίας με την αυστηρότητα του «ακαδημαϊκού» κάδρου (4×3), όσο και από την κλασική μουσική επένδυση του Christiaan Verbeek. Κάτω από αυτή την παγωμένη επιφάνεια, την ανησυχητική ηρεμία και αυτοσυγκράτηση κρύβεται η δυναμική της ταινίας.
Μετά το Donbass (2018) ο Sergei Loznitsa επιστρέφει και πάλι στη μυθοπλασία με μια ταινία που αποτελεί διασκευή της ομότιτλης νουβέλας του Georgy Demidov,- επιστήμονα και πολιτικού κρατούμενου που πέρασε δεκατέσσερα χρόνια σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας την εποχή των μεγάλων εκκαθαρίσεων-, συνεχίζοντας κατά κάποιο τρόπο ένα παλιότερο ντοκιμαντέρ του, το The Trial (2018), που αναφερόταν στη δίκη-παρωδία της Μόσχας του 1930. Έχοντας μαζί του τον εξαιρετικό διευθυντή φωτογραφίας Oleg Mutu και ένα εκλεκτό επιτελείο ηθοποιών, ο σπουδαίος ουκρανός δημιουργός βυθίζεται στο σκοτεινό παρελθόν μιας χώρας που η ιστορία της ακόμα τον στοιχειώνει για να μας παραδώσει ένα σχολαστικά σκηνοθετημένο ιστορικό δράμα με στοιχεία πολιτικού θρίλερ, μια στοχαστική μελέτη πάνω στη γραφειοκρατική συγκάλυψη της διαφθοράς και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς των ολοκληρωτικών καθεστώτων (απόκρυψη, καθυστέρηση- παρεμπόδιση, παρακολούθηση, αποκλεισμός), μια τραγική ιστορία με στοιχεία παραλόγου και θεατρικής φάρσας βγαλμένης από τη ρωσική λογοτεχνία αλλά και το πορτρέτο ενός «καλού» και «επίμονου» ανθρώπου σε «δύσκολες εποχές». Η ταινία του που αντανακλά ολοφάνερα την σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα λειτουργεί και ως παραμυθική παραβολή, ακριβώς χάρη στην απλότητά της, κρούοντας και τον κώδωνα κινδύνου για όσα έρχονται (αν δεν είναι ήδη εδώ) : τους αμετάβλητους διεφθαρμένους θεσμούς, τους ψυχολογικούς μηχανισμούς που καλλιεργούν τον φόβο και την τρομοκρατία, την αποδυνάμωση της αντίστασης του ανθρώπου.