της Maura Delpero
(κριτική: Δημήτρης Μπάμπας)![]()
Το σπίτι μιας οικογένειας. Κάπου στις ιταλικές Άλπεις. Ξημερώματα. Το άρμεγμα της αγελάδας. Το πρωινό όλης της οικογένειας: ο πατέρας, η μητέρα με το νεογέννητο μωρό, οι τρεις αδελφές και τα τρία αδέλφια.
Την ζωή μιας οικογένειας σ’ ένα μικρό ορεινό χωριό -το ομώνυμο του τίτλου-, στην επαρχία του Τρεντίνο, αφηγείται η ταινία. Η εποχή της κατάρρευσης της φασιστικής Ιταλίας, λίγο πριν το τέλος του πολέμου, το 1944: είναι η χρονική περίοδος που διαδραματίζεται. Η άφιξη του στρατιώτη αδελφού μαζί με τον σικελό συμπολεμιστή του στο χωριό συνιστά την αφετηρία της αφήγησης. Και οι δύο είναι λιποτάκτες και κρύβονται. Ωστόσο, η παρουσία τους προκαλεί αναταράξεις στην οικογένεια…
Κεντρικός χαρακτήρας σ’ αυτήν ταινία είναι, όχι όπως θα ανέμενε κανείς κάποιο μέλος της οικογένειας, αλλά, όπως μας υποδεικνύει και η αρχή της, η ίδια η οικογένεια, ως μια συλλογικότητα. Την διαδρομή της μέσα σ’ ένα χρόνο, σε μια κρίσιμη χρονική στιγμή, όταν το πλαίσιο -κοινωνικό, πολιτικό αλλάζει με τρόπο δραματικό, παρακολουθεί η αφήγηση. Αυτή η δραματικότητα των ιστορικών στιγμών αντανακλάται στα πρόσωπα της οικογένειας, και κυρίως στα νεώτερα μέλη της, στα κορίτσια, στις γυναίκες.
Ωστόσο, όπως υπαινίσσονται και οι μουσικές επιλογές του πατέρα της οικογένειας -οι 4 εποχές του Βιβάλντι-, ο αφηγηματικός χρόνος κινείται κυκλικά, ως μια επανάληψη διαφορετικών φάσεων του βίου: η άνοιξη, το καλοκαίρι, το φθινόπωρο, χειμώνα. Η ιστορική εμπειρία, λοιπόν, αντανακλάται στο εσωτερικό του οικογενειακού τοπίου διηθισμένη: όχι η διαδρομή της Ιστορίας, αλλά η ιστορία μιας οικογένειας. Και το δράμα που η ταινία αφηγείται, το παρακολουθούμε αποστασιοποιημένα.
Πολύ μακριά λοιπόν από τους τρόπους της παράδοσης του νεορεαλισμού, η σκηνοθεσία δίνει μια αίσθηση α-χρονικού στην αφήγηση. Αυτή η αίσθηση διαρκώς υπογραμμίζεται από το τοπίο: στα ύψη των κορυφών των Ιταλικών Άλπεων ο αχός της Ιστορίας δεν ακούγεται και τα οικογενειακά δράματα δεν κορυφώνονται με τις εντάσεις και τους τρόπους του μελοδραματισμού. Πολύ μακριά από το υψόμετρο 0, από τον αστικό χώρο, τις κοινωνικές συνθήκες που καθορίζουν τα πρόσωπα και τις διαδρομές του βίου, εδώ ψηλά κοντά στον ουρανό, ό,τι αντικρίζουμε είναι μια οικογενειακή ζωή, περίκλειστη. Με υπαινιγμούς, αφηγηματικές ελλείψεις και κενά, η αφήγηση διατηρεί πάντα μια απόσταση από τα τεκταινόμενα. Είναι η αντήχηση των συμβάντων και των γεγονότων -η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, η εξαπάτηση, οι επιθυμίες και τα συναισθήματα που καταπιέζονται, ο αναχωρητισμός, οι αντιφάσεις του βίου-, τους απόηχούς τους προσλαμβάνουμε εμείς ως θεατές.
Μόνο για μια στιγμή απομακρύνεται η αφήγηση από αυτό το περιβάλλον: σε μια σικελική πλατεία δυο γυναίκες συναντιούνται. Αυτή είναι η σκηνή της (δραματικής) κάθαρσης και της συγχώρεσης. Χρειάστηκε αυτή η κάθοδος, στο υψόμετρο 0 του ιταλικού νότου, για να ολοκληρωθεί η αφήγηση με μια επίγευση γήινου…



