του Sven Bresser
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
Καλάμια που γέρνουν στον άνεμο, χρυσίζοντας στο φως της ημέρας και σκοτεινιάζοντας απειλητικά όταν πέφτει το βράδυ. Μια βουή, σα σφύριγμα ή υπόκωφος κρότος από τα έγκατα της γης. Ένα τοπίο επίπεδο με έναν μεταβαλλόμενο ουρανό που παραπέμπει σε τοπιογραφία Ολλανδών ζωγράφων της Χρυσής εποχής. Κι ένας άντρας με την πλάτη γυρισμένη στην κάμερα, που αφουγκράζεται ή μοιάζει να περιμένει κάτι. Είναι ο Γιόχαν, αγρότης στους υγρότοπους της βόρειας Ολλανδίας σε ένα κομβικό και μεγάλης διάρκειας πλάνο του Reedland. Ένας άνθρωπος δεμένος με τη γη του και αφοσιωμένος στην κοπή και συγκομιδή καλαμιών, μέλος μιας κλειστής αγροτικής κοινότητας, που ακολουθεί τελετουργικά το αυστηρό τυπικό μιας μοναχικής και λιτής καθημερινότητας, ενώ περιστασιακά επιβλέπει την εγγονή του, συμμετέχοντας και στις σχολικές της δραστηριότητες. Η ανακάλυψη του πτώματος μιας κοπέλας στους καλαμιώνες του έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά μιας σκληρής χειρωνακτικής ρουτίνας που χαρακτηρίζεται από στωικότητα αλλά και συναισθηματική απάθεια (το πρόσωπο του ήρωα παραμένει ως το τέλος δυσανάγνωστο), βυθίζοντάς τον σε ένα περίεργο και διφορούμενο αίσθημα ενοχής.
Ένας άνθρωπος, η φύση, το κακό. Η σύνδεσή τους βρίσκεται στον πυρήνα της γοητευτικής πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Sven Bresser, μιας ταινίας στην οποία το πορτρέτο ενός ολλανδικού τοπίου μετατρέπεται στο περίπλοκο εσωτερικό τοπίο του κεντρικού της χαρακτήρα. Ριζωμένο βαθιά στη μνήμη της παιδικής του ηλικίας το τοπίο των υγροτόπων του Weerribben-Wieden, γίνεται για τον Bresser το σκηνικό μέσα στο οποίο διαδραματίζεται μια ιστορία αστυνομικού μυστηρίου, υπαρξιακής αγωνίας και μεταφυσικού τρόμου, που αντανακλά και τα προβλήματα που δημιουργούν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές στον τομέα της αγροτικής παραγωγής. Το τέλος μιας εποχής φαίνεται να είναι προ των πυλών και η ανάγκη προσαρμογής επιτακτική.
Μια διαρκής αίσθηση απειλής αιωρείται πάνω από την ταινία κι ένας φόβος, άλλοτε ορατός (ο φόβος του ξένου εισβολέα) κι άλλοτε αόρατος (ενός ανεξιχνίαστου στυγερού εγκλήματος). Στο επίκεντρό του ο Γιόχαν, ένας άνθρωπος που έχει θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία της φύσης, αλλά με αμφίθυμο ψυχισμό, άλλοτε ειρηνικός και άλλοτε βίαιος, όπως ακριβώς και τα καλάμια του. Το τοπίο δεν είναι εξάλλου εδώ εντελώς αθώο. Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη η ποιητική έννοια του «ένοχου τοπίου» με την οποία ο μεταπολεμικός Ολλανδός καλλιτέχνης Armando περιγράφει την αδιαφορία της φύσης για τον ανθρώπινο πόνο και ειδικότερα το έργο του Black Water(Zwart Water, 1964) που αντανακλά την ενοχή και το κακό, είναι αυτά που τον ενέπνευσαν να δει μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα ένα αγροτικό περιβάλλον που γνώριζε ήδη καλά. Μέσα σε αυτό το κλειστό περιβάλλον ο Bresser υφαίνει δύο κόσμους, τον μικρόκοσμο της κοινότητας και έναν δεύτερο, εκτός των ορίων της που δεν κατονομάζεται με σαφήνεια. Ανάμεσά τους ο κεντρικός ήρωας, ένας άνθρωπος ανάμεσα στο καλό και το κακό, καλείται να λύσει ένα μυστήριο, παλεύοντας με τους δικούς του δαίμονες . Η ταινία συνιστά στην πραγματικότητα μία μελέτη του χαρακτήρα του.
Κινούμενη ατμοσφαιρικά αλλά και συμβολικά σε έναν χώρο πολύ κοντά στο σινεμά του David Lynch (όπου το κακό κρύβεται κάτω από την ήρεμη επιφάνεια των ήσυχων προαστίων και το σουρεαλιστικό κάνει την εμφάνισή του με τον πιο αναπάντεχο τρόπο) και αναμοχλεύοντας κώδικες ταινιών film noir που συναντά κανείς κυρίως σε αμερικανικές σειρές αστυνομικού μυστηρίου, ο Bresser καταφέρνει να προσπεράσει τις οποιεσδήποτε αναφορές, μπολιάζοντας το Reedland με κάτι αυθεντικό και πρωτότυπο. Την εικονογραφία του γενέθλιου τόπου του, τη δική του μυστηριακή και απόκοσμη ανθρωπογεωγραφία.
Φεστιβάλ Καννών (Semaine de la Critique) 2025



