(Wild foxes)
του Valéry Carnoy
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)![]()
Αήττητος κι ατρόμητος, ο νεαρός Καμίλ, προετοιμάζεται για το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα μποξ με προπονητή τον κολλητό του φίλο Ματέο. Ένα απρόσμενο ατύχημα, όμως, τον βγάζει για λίγο εκτός ρινγκ, αφήνοντάς του μια ουλή που συνεχίζει ανεξήγητα να τον πονά και τον κάνει να μην θέλει ν’ αγωνίζεται. Η απροθυμία του αυτή βάζει σε κίνδυνο τη συμμετοχή του στο πρωτάθλημα, τη φιλία του με τον Ματέο και τη θέση του στην άτυπη ιεραρχία των αγοριών στη σχολή. Μια αθλήτρια του τάικβοντο είναι η μόνη που δείχνει κάπως να τον συναισθάνεται, η κατάσταση, όμως, γενικά χειροτερεύει…
Καλοφτιαγμένο, νεανικό σινεμά με άμεση, διεισδυτική ματιά, ψυχολογική οπτική και φρέσκα πρόσωπα που βλέπεται ευχάριστα από κοινό κάθε ηλικίας, το La danse des renards (Wild foxes) του Valéry Carnoy, χρησιμοποιεί το μποξ ως καμβά και όχημα μέσα απ’ το οποίο θα πραγματευτεί ό,τι νοούμε ως ανδρισμό σε σχέση με το τραύμα του να μεγαλώνεις. Το ρινγκ, οι αλεπούδες, το δάσος, και η σχολή λειτουργούν για το σκηνοθέτη ως σύμβολα μέσα απ’ τα οποία μεταφέρει στο θεατή πτυχές της ανδρικής camaraderie στο δρόμο προς την ενηλικίωση -στην οποία δεν φτάνουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Η σχολή κινηματογραφείται εσκεμμένα ως χώρος βασικά ανδρικός στον οποίο οι γυναίκες παραμένουν παρείσακτες ό,τι θέση κι αν τους αποδίδεται (αντικείμενα πόθου, υποτιμημένοι άλλοι, ή υπενθύμιση του μητρικού στοιχείου) με τον ίδιο τρόπο που θέσεις και στάσεις που θεωρούνται γυναικείες και πιο θηλυκές – όπως αυτή του μη ανταγωνισμού- πρέπει πάση θυσία να παραμείνουν εκτός ανδρικού εαυτού κι αντιμετωπίζονται ως απόλυτα κατακριτέες.
Η πτώση του Καμίλ, τον διαφοροποιεί θέλοντας και μη απ’ τον περίγυρο αυτό, έτσι όπως συνιστά μια μεταφορική πτώση απ’ την αθωότητα και την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας κι απ’ την παντοδυναμική της φαντασίωση στην οποία θάνατος δεν υπάρχει. Η ουλή κι οι κρίσεις πανικού γίνονται γι αυτόν υπενθυμίσεις θνητότητας, φόβων που δεν βρίσκουν ακόμα μέσα του λέξεις για να εκφραστούν, αλλά τον πιέζουν σωματικά, καθώς το τραύμα έμαθε στο σώμα και στην ψυχή του μαζί πως στη μάχη με τη ζωή αήττητος δεν είναι κανένας. Η τρομακτική αυτή διαπίστωση τον ακινητοποιεί, τον θέτει εκτός του ενδεδειγμένου ανδρικού ρόλου, με την απάρνηση της ενεργητικής, καθεστηκυίας ανδρικής θέσης του αγωνίζεσθαι, να μοιάζει χειρότερη στα μάτια των άλλων αγοριών κι απ’ την ίδια την ήττα, έτσι όπως βάζει ένα ερωτηματικό στο τι είναι ανδρισμός απ’ το οποίο όλοι νοιώθουν ν’ απειλούνται. Ωστόσο, παρ’ ότι ο Καμίλ είναι σε δύσκολη θέση εδώ, ο ψυχισμός του δυναμώνει, μια και στην περιπλάνηση αυτή στο δάσος της ενηλικίωσης βρίσκεται κανείς σε μεγαλύτερο κίνδυνο όσο παραμένει αμέριμνος, όπως ήταν κι ο ίδιος πριν κι όπως είναι πάντα οι αλεπούδες. Αυτός ήταν κι ο λόγος που τις επέλεξε ως ζώα κι ο σκηνοθέτης, για τη επισφαλή θέση στη οποία βρίσκονται, και για τον κίνδυνο που διατρέχουν απ’ τον περίγυρο. Όπως ακριβώς και τ’ αγόρια αυτά δηλαδή που ορμάνε μ’ άγνοια κινδύνου στα δολώματα τις ζωής χωρίς να ξέρουν αν θα οδηγηθούν στο βάθρο του νικητή ή στην πυρά γι αυτούς που περισσεύουν. Μέσα απ’ τις μεταφορές και τις καταστάσεις αυτές και με τη βοήθεια μιας κάμερας που ακολουθεί με συμπάθεια τον ήρωα, κρατά, όμως κι απόσταση απ’ τη ματιά του, ο Carnoy επικοινωνεί αποτελεσματικά στο θεατή, πίσω απ’ την σκληρότητα και τους ανταγωνισμούς, την ευθραυστότητα μιας ανδρικής ταυτότητας που δεν μπορεί να βγει απ’ τα αδιέξοδά της όσο αδυνατεί να σκεφτεί με όρους άλλους πέρα απ’ αυτούς του ασθενέστερου ή του πιο δυνατού και δεν μπορεί να δεχθεί άλλη θέση απ’ αυτή του νικητή ή του ηττημένου.
Το μποξ παρουσιάζεται κι αυτό ως μια αναμέτρηση σωμάτων και ψυχών, μέσα από μια συγκεκριμένη αισθητική αντίληψη και με γρήγορους ρυθμούς που αντιστοιχούν την ένταση και τη σφοδρότητα των χτυπημάτων στο ρινγκ στο πώς συμπεριφέρονται τα αγόρια στην υπόλοιπη ζωή τους, δίνοντας την πρώτη θέση στο σώμα κι όχι στο μυαλό – κάνοντας τα πάντα πράξη κι όχι λόγο.
Στο La Danse des renards η μάχη δεν είναι ανάμεσα στην έλξη του θανάτου και στην δίψα για ζωή όπως βλέπουμε συνήθως στις ταινίες ενηλικίωσης, αλλά ανάμεσα στον εαυτό που θεωρεί ένα αγόρι πως πρέπει να έχει και σ’ αυτόν που αποκαλύπτεται μπροστά του καθημερινά στην πορεία για να γίνει ενήλικος άνδρας. Η πορεία προς έναν ανδρισμό που να αντιστοιχεί σ’ έναν εαυτό πιο γνήσιο, είναι εν τέλει το θέμα εδώ, κι η ταινία δεν προσφέρει πάνω σ’ αυτό έτοιμες λύσεις. Αντίθετα, καθιστά αρκετά ορατό μέσα απ’ τον πιο σύνθετο και πιο συγκινητικό εν τέλει χαρακτήρα της, τον Ματέο, πως το εύρος των επιλογών δεν είναι το ίδιο για όλους τελικά, αφού οι κοινωνικά/οικονομικά/φυλετικά «ασθενέστεροι» κάθε τόπου κι εποχής ακόμα κι αν έχουν τα ίδια χαρίσματα και μεγάλη καρδιά, πολύ πιο δύσκολα θα βοηθηθούν απ’ τον περίγυρο να υπερβούν τη μοίρα τους, δηλαδή τη θέση για την οποία εξ ορισμού είναι κοινωνικά προορισμένοι.
Φεστιβάλ Καννών (Quinzaine des cinéastes) 2025



