(Sleepless City)
του Guillermo Galoe
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2425_sleepless-city.jpg

Τα μέλη μιας οικογένειας ρομά στη La Cañada Real, τη μεγαλύτερη παραγκούπολη της Ευρώπης, λίγο έξω από τη Μαδρίτη, βλέπουν τη ζωή τους να ανατρέπεται όταν εταιρείες κατεδάφισης εισβάλλουν στη γη τους, γκρεμίζοντας τα πάντα και ωθώντας τους σε αναγκαστική μετεγκατάσταση. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο δεκαπεντάχρονος Toni, που περνά τις μέρες του βοηθώντας τον παππού του και αρχηγό της οικογένειας στη συλλογή ανακυκλώσιμων μετάλλων (σκραπ), τριγυρνώντας με τον κολλητό του φίλο Bilal στις παράγκες και στα συντρίμμια που αφήνουν πίσω τους οι μπουλντόζες και εκπαιδεύοντας τον αγαπημένο του σκύλο Atomica, ένα λευκό αγωνιστικό γκρέιχαουντ. Ενώ τις νύχτες μοιράζεται με τα μικρότερα παιδιά μαγικές ιστορίες που αφηγούνται με πληθωρικότητα οι γυναίκες της κοινότητας. Ο χρόνος όμως κυλάει και ο Τόνι πρέπει να πάρει μια απόφαση. Να μείνει προσκολλημένος στον ελεύθερο αλλά γεμάτο αντιξοότητες κόσμο της παιδικής ηλικίας ή να μεταπηδήσει σε ένα πολλά υποσχόμενο αλλά αβέβαιο μέλλον;
Κινούμενη στα όρια μυθοπλασίας- ντοκιμαντέρ η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Guillermo Galoe μάς παραδίδει μια οικεία αφήγηση (ρεαλιστική απεικόνιση μέσα από το βλέμμα ενός παιδιού, της άλλοτε ζοφερής και άλλοτε φωτεινής καθημερινότητας τριών γενεών ρομά που υποδύονται τους εαυτούς τους), πολύ κοντά στο σκηνοθετικό ύφος της Carla Simon αλλά και με έναν απόηχο ιταλικού νεορεαλισμού. Μόνο που ο Galoe μεταμορφώνει εδώ τον καταυλισμό σε ένα σύμπαν εντελώς ιδιαίτερο, στηριζόμενος και στον διευθυντή φωτογραφίας Rui Poças, γνωστό για τις συνεργασίες του με τον Miguel Gomes και τη Lucrecia Martel. Από το σκοτάδι και τις σκιές μιας υποφωτισμένης- λόγω έλλειψης ηλεκτρικού- ατμόσφαιρας, που αναδύει ταλαιπωρημένα από τη φτώχεια και τις καταχρήσεις κορμιά αλλά και ξεχασμένους θρύλους για πνεύματα, ως τα αυτοσχέδια φιλτραρισμένα πλάνα ενός κινητού που χρωματίζουν την ασχήμια και τον ουρανό που την περιβάλλει, η ιδιότυπη πόλη του Galoe, αλλάζει όψεις και διάθεση, χωρίς να ησυχάζει ποτέ.
Συνεχίζοντας την ιδέα της μικρού μήκους ταινία του Aunque es de noche /Even Though It's Night που είχε φέρει στις Κάννες το 2023 και έχοντας διανύσει μια μακρά διαδρομή στον χώρο, συμβιώνοντας με τους ήρωες του και κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους, ο Guillermo Galoe εστιάζει σε έναν τόπο που κουβαλά μια μακραίωνη ιστορία διακρίσεων και εξαθλίωσης, ρίχνοντας ένα διαφορετικό φως που εξανθρωπίζει τα όνειρα και τις επιθυμίες τους. Χωρίς ίχνος ρομαντικοποίησησς (τα προβλήματα είναι ορατά: η ένδεια, το εμπόριο ναρκωτικών, η κοινωνική απόκλιση) ο Galoe ρίχνει ένα διαφορετικό φως στον μικρόκοσμο της La Cañada Real, στρέφοντας την κάμερα πρωτίστως στα παιδιά και κυρίως υιοθετώντας την οπτική ενός συναισθηματικά ευαίσθητου εφήβου που, αν και χαμένος όπως ο παππούς του, αναζητά δυναμικά τον δρόμο του με τον δικό του τρόπο. Τονίζοντας διαρκώς με έμμεσο ή άμεσο τρόπο την ιδέα της συμμετοχής, αλλά και τη σχετικότητα της έννοιας της ελευθερίας. «Ήθελα να βάλω τον εαυτό μου στη θέση ενός παιδιού για να κοιτάξω αυτόν τον κόσμο χωρίς καμία προκατάληψη», δηλώνει ο ίδιος σε συνέντευξή του και συνεχίζει « Όταν είσαι παιδί, όλα μπορούν να συμβούν. Το μέλλον είναι ανοιχτό και ο καλύτερος τρόπος για να κάνουμε την κοινωνία να προχωρήσει, ειδικά σε αυτά τα περιβάλλοντα, είναι να εμμείνουμε στην ελπίδα και στην ιδέα του μέλλοντος».

Φεστιβάλ Καννών (Semaine de la Critique) 2025