του Joachim Trier
(οι δηλώσεις του σκηνοθέτη)
olso2.jpg
Το “Όσλο, 31 Αυγούστου” είναι η ιστορία ενός πολυμήχανου ανθρώπου, με πολύ σκοτεινές σκέψεις. Το παράδοξο με τον χαρακτήρα του Άντερς έγκειται στο ότι είναι χαρισματικός, και στο παρελθόν πολύ φιλόδοξος, όμως έχασε τα χρόνια του καθότι δεν μπορούσε να αντέξει ένα συγκεκριμένο lifestyle που ακολούθησε. Προσπάθησα να μπω όσο περισσότερο μπορούσα, μελετώντας τέτοιους χαρακτήρες, και πραγματικά γοητεύτηκα παρατηρώντας τη ζωή της μεσαίας τάξης. Ήμουν πάντοτε πολύ περίεργος με τα διαφορετικά πεπρωμένα των ανθρώπων που με περιέβαλαν. Για παράδειγμα, σας αναφέρω τους φίλους μου από τα εφηβικά μου χρόνια που ασχολούνταν μανιωδώς με το skateboard. Είδα τις διαφορετικές κατευθύνσεις στις ζωές του καθενός. Άλλοι έγιναν χρήστες ναρκωτικών, και άλλοι είχαν μια πετυχημένη επαγγελματική ζωή. Ωστόσο υπήρχε πολύ δράμα στις ζωές όλων τους, διαφορετικών αποχρώσεων.
(...) Βλέπω τον εαυτό μου ως έναν κινηματογραφιστή που παρατηρεί τα πράγματα με μια κριτική ματιά, την ίδια στιγμή όμως γιατί να κάνω ταινίες για τους φαινομενικά τυχερούς και προνομιούχους; Είμαι πάντοτε λίγο θλιμμένος όταν ακούω τους ανθρώπους να λένε ότι η ζωή είναι πολύ καλή, εδώ στη Νορβηγία, και ότι δεν έχουν να διηγηθούν μια ιστορία, καθότι δεν υπάρχουν συγκρούσεις. Διαφωνώ απολύτως. Υπάρχουν μεγάλες τραγωδίες στα ενδότερα της μεσαίας τάξης, επίσης.
(...) Η πρώτη μου ταινία, το “Reprise”, αφορούσε μια πιο νεαρή πλευρά της ζωής, ενώ στη δεύτερη ταινία μου, το “Όσλο, 31 Αυγούστου”, οι χαρακτήρες είναι μεγαλύτεροι. Ο Άντερς, στα 34 του, έχει φθάσει σε μια ηλικία που αφήνει πίσω του την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Η ταινία μιλάει για τη θεμελιώδη απώλεια της πίστης του ατόμου, που την ίδια στιγμή έχει αφήσει στο παρελθόν τις νεανικές του φιλοδοξίες. Και κάνει θεμελιώδεις ερωτήσεις περί ζωής στον εαυτό του. Όμως είναι δύσκολο για εμένα να συγκρίνω τις δυο ταινίες. Πρόκειται για δυο πολύ προσωπικές ταινίες, που η καθεμία έχει το δικό της θέμα και στυλ, όπως επίσης και οι χαρακτήρες τους προέρχονται από διαφορετικό περιβάλλον.
(...) Έτσι η ταινία μου, “Όσλο, 31 Αυγούστου”, αποτελεί ένα σχόλιο για τον άνθρωπο που είναι ουσιαστικά χαμένος, και την ιδιαίτερη μοναξιά που τον συνοδεύει. Ο κινηματογράφος είναι μια θαυμάσια τέχνη που μπορεί να μιλήσει πολύ συγκεκριμένα για τη μοναξιά. Μπορούμε να ζήσουμε κοινές εμπειρίες με άλλους ανθρώπους, βλέποντας ταινίες. Μπορεί να γίνει μια κολεκτιβική εμπειρία της μοναξιάς. Είμαστε μόνοι μας στο σκοτάδι της αίθουσας, όμως πάντοτε με ανθρώπους γύρω μας.
(...)  Το “Reprise” ήταν πολύ εύθυμο στην ουσία του και ξοδέψαμε τέσσερα χρόνια για να γράψουμε το σενάριο. Το “Όσλο, 31 Αυγούστου” γράφτηκε γρηγορότερα, και ενώ θέλαμε να προσεγγίσουμε την απλότητα ωστόσο διατηρήσαμε μια συναισθηματική πολυπλοκότητα. Θέλαμε να υπάρχει μια διαύγεια, μια σαφήνεια στην ταινία. Ο Έσκιλ [Eskil Vogt, συνσεναριογράφος] κι εγώ, μοιραστήκαμε τις σκέψεις μας για τον συναισθηματισμό και το πώς αυτός μπορεί να αποτυπωθεί στο σινεμά. Και βέβαια προσπαθήσαμε να αποφύγουμε έναν συναισθηματικό συντηρητισμό.
olso1.jpg(...) Θέλησα να κινηματογραφήσω αυτή τη φορά με περισσότερη σαφήνεια, πιο απλά, όμως είχα αυτή την ανησυχία μέσα μου ως σκηνοθέτης, κι έτσι κατέληξα να μην γίνω τόσο πιουρίστας όσο σκεφτόμουν. Στο “Όσλο, 31 Αυγούστου” θέλησα να χρησιμοποιήσω περισσότερο πραγματικό χρόνο, ακόμη και να βάλω ντοκιμαντερίστικες πτυχές στην ιστορία αυτή. Χρησιμοποιήσαμε steadicam στα γυρίσματα στους δρόμους του Όσλο, ανάμεσα στον αληθινό κόσμο, κι όχι συμπληρωματικά πλάνα. Λατρεύω αυτή τη διαφορά ανάμεσα στην προγραμματισμένη σκηνή και στο χάος των πραγματικών καταστάσεων. Πάντοτε θαύμαζα την αγνότητα των ταινιών του Ρομπέρ Μπρεσόν. Το στυλ του είναι αδύνατον να το μιμηθείς, όμως το πνεύμα του κινηματογράφου του είναι απίστευτα ενθαρρυντικό. Στα σίγουρα εμπνέεσαι από αυτό.
(...) Θέλησα να κινηματογραφήσω το Όσλο, στα τέλη Αυγούστου, αρχές Σεπτεμβρίου. Υπάρχει μια συναισθηματική μελαγχολία στην πόλη, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή του έτους. Αυτή η ομορφιά του τέλους του καλοκαιριού, και του φθινοπώρου που έρχεται, μου αρέσει. Αν και ανησυχούσα για τα χρώματα της πόλης, δηλαδή αν μας βγουν στην κάμερα κίτρινα ή πορτοκαλί, εντούτοις καταφέραμε να πιάσουμε τα σωστά…
(...) Ήμουν πάντοτε ιδιαίτερα περίεργος για τη σχέση ανάμεσα στη μνήμη και την ταυτότητα, και το πώς αυτή επηρεάζει τη θέση μας, το ποιοι είμαστε και το πώς μεγαλώσαμε. Για παράδειγμα, η τεράστια αίσθηση μιας άλλης εποχής όταν βλέπουμε παλιές ταινίες, και παρατηρούμε τους δρόμους, τα αυτοκίνητα, τα κτίρια, και το πώς αυτά χρησιμοποιούνται. Αυτή η αίσθηση συλλογής μικρών στιγμών, που τις φυλάς για να τις ξαναδείς μετά από χρόνια, προσπάθησα να περάσει σε αυτή την ταινία.
Κινηματογράφησα συγκεκριμένα μέρη στο “Όσλο, 31 Αυγούστου”, έτσι ώστε να μπορούν να τα αναγνωρίζουν οι θεατές μετά από χρόνια. Το Όσλο είναι μια πόλη, που αλλάζει συνεχώς. Για παράδειγμα, όταν ο Άντερς πλησιάζει στο Όσλο, βλέπουμε την καινούρια πλευρά του. Προς το παρόν, υπάρχει μόνο ένα μεγάλο κτίριο. Στο μέλλον όμως, θα γίνει μια περιοχή όπου θα μένουν πολλοί άνθρωποι. Ενδιαφέρομαι για την τεκμηρίωση των πραγμάτων. Το να φτιάχνεις μια ταινία μυθοπλασίας ενέχει κι αυτή την κάψα, η οποία σε ανταμείβει διασκεδάζοντας σε.
Μάθαμε τον κόσμο μέσα από τις ταινίες: Τους δρόμους του Παρισιού μέσα από τις ταινίες του Ερίκ Ρομέρ. Τον άνεμο στα δέντρα μέσα από την ταινία του Μάλικ. Τις ποιητικές πτυχές των περιοχών μέσα από τις ταινίες του Ταρκόφσκι. Υπάρχει ο τρόπος ώστε το συγκεκριμένο οπτικό υλικό να μπαίνει σε μια ευρύτερη φιλοσοφική κουβέντα για τη μνήμη και την αντίληψη, άκρως φαινομενολογικά. Αυτή είναι μια φυσική πτυχή του κινηματογράφου, για την οποία ενδιαφέρομαι.
Είμαι κομμάτι μιας γενιάς που έχει συνδέσει τη ζωή της με το βίντεο και την τηλεόραση. Έτσι, μπορώ να μιλάω μια ολόκληρη ώρα για το τέλος της “Έκλειψης” του Αντονιόνι, και το πώς αυτό είναι ένα σπουδαίο σχόλιο στο κινηματογραφικό σύμπαν, την ίδια στιγμή όμως έχουμε τις δικές μας κοινότυπες εμπειρίες για χαμένες στιγμές και μέρη, όπως αυτά τα συνέλαβαν μια super 8 ή ένα βίντεο, και αποτελούν φυσικά μέρος της κινηματογραφικής ανατροφής μου.
(...) Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι είμαι ένας αθεράπευτος σινεφίλ, μια και το πάθος μου για τον κινηματογράφο γεννήθηκε ως θεατής. Το γαλλικό σινεμά με επηρέασε πολύ από τότε που ήμουν παιδί. Η μητέρα μου με πήγε να δούμε τον “Θείο μου” του Ζακ Τατί, όταν ήμουν μόλις 7 ετών. Η Νουβέλ Βανγκ με επηρέασε πολύ στον τρόπο που εργάζομαι με τους ηθοποιούς, ζητώντας τους να βάζουν κι ένα κομμάτι της προσωπικότητας τους. Επίσης, νομίζω ότι έχω εμπνευστεί από τον κινηματογράφο του Αλέν Ρενέ, αυτό το εύθυμο παιχνίδι του με τον χρόνο. Δεν προσπαθώ βέβαια ν’ αντιγράψω τις παλιές ταινίες του Γκοντάρ και του Ρενέ, όμως το πνεύμα τους –μια ελεύθερη κινηματογραφική φόρμα που παίζει με τη φιλμική γλώσσα και πιστεύει ότι το σινεμά μπορεί να είναι και διανοουμενίστικο και συναισθηματικό-. Φυσικά και το προσυπογράφω αυτό.

(πηγή σημειώσεις για την παραγωγή)