του Oskar Alegria
(η κριτική της Ζωής- Μυρτώς Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1920_zumiriki.jpg

Το Zumiriki/ Σουμιρίκι, τρίτη ταινία του Όσκαρ Αλεγρία, είναι η απόπειρα του σκηνοθέτη να επιστρέψει σ’ ένα χαμένο τόπο και μέσω αυτού σ’ ένα χαμένο χρόνο – εκείνο της παιδικής του ηλικίας. Το νησί στη μέση του ποταμού (όπως σημαίνει η λέξη zumiriki στα βάσκικα), οικογενειακή ιδιοκτησία και παιδικός παράδεισος δεν υπάρχει πια. Βούλιαξε εξαιτίας του φράγματος που η υδροηλεκτρική εταιρία κατασκεύασε μερικά χρόνια πριν. Μόνο τα ξεραμένα κλαδιά των δένδρων του επιμένουν ακόμα να απλώνονται πάνω απ’ το νερό. Μαζί του, χάθηκαν σιγά-σιγά και πολλά ακόμη: ο άνδρας με την αλεπού, οι γέροι βοσκοί, η συνήθεια των προσκυνητών να κουβαλούν στους ώμους τους την Παναγία, πολλά απ’ αυτά που ο βοσκός-ερασιτέχνης κινηματογραφιστής πατέρας του αποτύπωνε στις super 8 ταινίες  του που αποτέλεσαν και το έναυσμα για την ταινία. Μόνος επιζών, η αγελάδα φυγάς, που ο Αλεγρία θα αναζητήσει πηγαίνοντας στην αντιπέρα όχθη – σε απόσταση ασφαλείας 212 μέτρων από τους ανθρώπους όπως λέει- ζώντας για μήνες σαν ερημίτης, σ’ ένα παρατηρητήριο που θα βάψει μαύρο, σαν ένα είδος «σκοτεινού θαλάμου», που στοχεύει να «φέρει μέσα» την εξωτερική πραγματικότητα, να αιχμαλωτίσει εντός του εαυτού τη χαμένη εικόνα.
Σ’ αυτή την ταινία, φιλοσοφικό δοκίμιο, που ισορροπεί ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και τη μυθοπλασία, ο σκηνοθέτης ως άλλος Προυστ αναζητά το χαμένο του χρόνο, προσπαθεί με ερωτήσεις και ιστορίες να ανασύρει τη χαμένη ανάμνηση, κατακτώντας τη γη, το νερό και τον αέρα, κρατώντας ίδιο το ποτάμι του Ηράκλειτου σ’ ένα βαρέλι, ελπίζοντας πως παρόμοια θα κατορθώσει να ταξιδέψει δύο φορές και στην ίδια ανάμνηση και ν’ ανέβει όλο και πιο ψηλά, τοποθετώντας την αιώρα του δίπλα στη γκρεμισμένη φωλιά ενός κορμοράνου. Το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι συνεχώς παρόν, συχνά ως αίσθηση και όχι ως πληροφορία, το ίδιο συμβαίνει και με τις απαντήσεις και τις ιστορίες των άλλων, τη σιωπή και τους ήχους/ τραγούδια που τη σπάνε (η ιστορία με το τραγούδι του γουρουνιού είναι ίσως η πιο αντιπροσωπευτική στιγμή της ταινίας), τα πειραματικά στοιχεία της φόρμας, την οθόνη που μαυρίζει και την εικόνα που περιορίζεται στο κέντρο της, αλλά και τον τρόπο που ο Αλεγρία περιφέρει τον εαυτό του στο χώρο, σαν πρωταγωνιστής μοναχικής περφόρμανς δίχως θεατές, με στόχο όχι τόσο την επανόρθωση, όσο την άρνηση της παντοδυναμίας του θανάτου. Το αποτέλεσμα, που πραγματεύεται περισσότερο το θάνατο και λιγότερο τη ζωή, είναι ενδιαφέρον, ποιητικό και πρωτότυπο, ανά στιγμές κουραστικό σαν μια αίσθηση απώλειας που αρνείται στο φως να μπει ακόμα και την ύστατη στιγμή, γυρνώντας τα μηνύματα των μπουκαλιών στον αφηγητή, καθιστώντας ψεύτικη την εμφάνιση της αγελάδας φυγά και αφήνοντας ως τελική πραγματικότητα στα μάτια του θεατή τη μοσχογαλή, που μετά την αναχώρηση του σκηνοθέτη θα μπει στο χώρο του, όμορφη κι επίμονη σαν τη ζωή που νομοτελειακά μέλει να μας εξαφανίσει όλους.

(Η ταινία ήταν επίσημη συμμετοχή στη Μπιενάλε Βενετίας το 2019. Έχει λάβει βραβείο Καλύτερης Μη-μυθοπλαστικής Ταινία της ενότητας New Waves – Φεστιβάλ Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου της Σεβίλλης 2019 )