του Jan Komasa
(η κριτική της Μαρίας Γαβαλά)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1920_corpus-christi.jpg

Το αδιέξοδο ενός επαρχιακού ψευδο-ιερέα    

Από το αναμορφωτήριο, ολοταχώς στην Αγία Τράπεζα. Και από το καθεστώς βίας και δυσλειτουργικότητας εντός των τειχών ενός κέντρου κράτησης για νεαρά άτομα με παραβατική συμπεριφορά, σε έναν ουτοπικό ή αντιθέτως δυστοπικό κόσμο (όπως το δει κανείς), σε μια σχεδόν φανταστική κοινωνία, σε ένα απομακρυσμένο μικρό χωριό, κάπου στα έσχατα όρια της Πολωνίας. Μέσα σε αυτά τα χωρικά πλαίσια πρόκειται να κινηθεί η ταινία «Corpus Christi», 2019, του Πολωνού σκηνοθέτη Γιαν Κομάσα.
Ο κεντρικός ήρωας Ντάνιελ, ο εικοσάχρονος κακοποιός με το αγγελικό πρόσωπο, το οποίο συχνά τσαλακώνεται λόγω κάποιου καβγά με τους συγκρατούμενούς του, με εμφανείς μώλωπες να σημαδεύουν και να ακυρώνουν τη χερουβική εξωτερική εικόνα του, από τις πρώτες κιόλας στιγμές της κινηματογραφικής αφήγησης θα δηλώσει το πλήρες αδιέξοδό του: μην έχοντας ελπίδες να γίνει δεκτός σε μια ιερατική σχολή, λόγω του παρελθόντος του ως κακοποιού, υποχρεώνεται, από ιερέας που θα ’θελε να γίνει, να ακολουθήσει ένα στάδιο εκπαίδευσης ξυλουργού σε κάποιο επαρχιακό πριονιστήριο. Και αν για την σταδιοδρομία του στην ξυλουργική είμαστε σίγουροι ότι δεν υπάρχει καμιά ελπίδα προκοπής, εκ παραλλήλου τίποτα δεν μας προϊδεάζει για το τι είναι αυτό ακριβώς που μπορεί να συνηγορεί υπέρ της ροπής του προς τα θεία. Τα λίγα επιχειρήματα που διαφαίνονται από τα συμφραζόμενα των προσώπων, μάλλον δεν είναι αρκετά για να μας πείσουν ότι ευσταθεί η αιτιολογία της ιερατικής κλίσης του Ντάνιελ, κάτι που δεν αναιρεί την έφεσή του προς το καλό, προς την αρετή και όχι την κακία. Η επιδεξιότητα σχετικά με το ιερατικό λειτούργημα θα προκύψει στη συνέχεια της φιλμικής εξιστόρησης, κατόπιν εξαναγκασμού (κάτι που είναι προσωρινό, όσο απουσιάζει ο κανονικός ιερέας, για να μη μείνει κενό στη θέση) αλλά και ως φυσικό χάρισμα, πιθανόν, ή ως δείγμα καπατσοσύνης, ή ακόμη και ως ευελιξία στρατηγικής. Άλλωστε τα πάντα σ’ αυτήν την ιστορία, θα συμβούν εν κρυπτώ και παραβύστω, χωρίς την έγκριση της Επισκοπής που αγνοεί τα πάντα φυσικά. Και αν για όλη αυτή τη συλλογιστική, σε ένα μυθιστόρημα θα χρειάζονταν αρκετά ενδεχομένως κεφάλαια στοιχειοθέτησης των καταστάσεων και ενεργειών, στο σενάριο του Mateusz Pacewicz όλα πρέπει να ολοκληρωθούν μέσα σε κάποια περιορισμένα χρονικά πλαίσια.
Αυτό που συμβαίνει είναι ένας πνευματικός και συναισθηματικός μετασχηματισμός-μαραθώνιος, που αφήνει τον θεατή με πολλά ερωτηματικά. Διάφορες ουρανοκατέβατες συγκυρίες (όπως ο αλκοολισμός του νόμιμου ηλικιωμένου ιερέα, ο οποίος θα απομακρυνθεί από την ενορία του για θεραπευτικούς λόγους αποτοξίνωσης, αφήνοντας τη θέση πίσω του κενή, και η εξίσου ουρανόσταλτη συνάντηση με την κοπέλα, το πρώτο πρόσωπο που θα πεισθεί ότι μπροστά της βρίσκεται ένας αληθινός ιερέας, μόνο και μόνο επειδή ο νεοφερμένος κουβαλά στις αποσκευές του ένα διακριτικό της ιερατικής αμφίεσης) τυλίγονται στη διαρκή αμφιβολία, ενώ κρούεται συνεχώς, έστω και σε χαμηλούς τόνους, ο κώδων της εξαπάτησης, μη αντιληπτός από τα μέλη αυτής της συμπιεσμένης μικρής κοινωνίας με τους κλειστούς από παντού ορίζοντες, όπου όμως τα πράγματα κινούνται σε ρυθμούς ροκ μουσικής, tablets, ή παίρνουν μπροστά με τηλεχειριστήρια (όπως συμβαίνει με το εκκλησιαστικό όργανο). Οι στάνταρ εκφράσεις του προσώπου (σχεδόν τικ ψυχικού στριμώγματος) του ψευδο-ιερέα δείχνουν διαρκώς την αμηχανία του, τις ολοφάνερες ή υποφώσκουσες δυσκολίες του όλου εγχειρήματος, ενώ οι οδηγίες για το modus μιας θείας λειτουργίας μέσω βιβλίων και ίντερνετ, ή ακόμη και όσα μπορεί να ανακαλέσει ο ίδιος στη μνήμη του από τον εκκλησιασμό στο αναμορφωτήριο, νομίζω ότι μας κάνουν να μην αισθανόμαστε πολύ βολικά στη θέση ενός απόλυτα πεπεισμένου θεατή. Για εκείνο για το οποίο είμαστε εντελώς σίγουροι είναι ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας υποθέσεως υπαρξιακού αδιεξόδου και εξαναγκασμού, όπου η εξαπάτηση, η απατεωνιά και η μεταμφίεση είναι μονόδρομος, εξ ου και η εμφάνιση μιας δαιμόνιας και καταχθόνιας μηχανής ή το βιβλικό μάννα εξ ουρανού. Αν δεν ήταν κι αυτά, τότε τι άλλο; Στοιχεία τα οποία από μόνα τους, αλλά με τους κατάλληλους χειρισμούς, θα μπορούσαν να αποτελέσουν θαυμάσιο υλικό για μια κινηματογραφική ιστορία χωρίς ρωγμές στην αφήγηση και χωρίς καθόλου νοηματικά χάσματα – δυνητικώς όμως και διόλου αυτονοήτως. Θα επιμείνω πως το σενάριο της ταινίας παρουσιάζει ανάλογα χαρακτηριστικά: συχνά αδιέξοδα περάσματα, νοηματικά και αφηγηματικά κενά, που αντανακλώνται και στη σκηνοθεσία, εξαναγκασμένες λύσεις, βραδύτητα και χωλότητα στην εξέλιξη της ιστορίας.Το πλέον ενδιαφέρον αφηγηματικό στοιχείο, εκείνο του δράματος που ζει η κοινωνία του χωριού εξαιτίας της τραγωδίας του αυτοκινητικού δυστυχήματος, έρχεται πράγματι να σώσει την κατάσταση και να λύσει τα χέρια των δημιουργών της ταινίας. Επτά νεκροί που στοιχειώνουν τη μνήμη των κατοίκων, που διχάζουν τη μικρή κοινωνία, που γίνονται ο κινητήριος μοχλός για μισαλλόδοξη συμπεριφορά αλλά και παραδοχή ευθυνών ή αναθεώρηση στάσεων. Στο σημείο αυτό, η ταινία του Κομάσα απελευθερώνεται και παίρνει το σφρίγος και τη σταθερότητα που θα χρειαζόταν, εξαρχής, μια ταινία που έχει ως κύριο μέλημα να μιλήσει για την ενοχή και το ηθικό ολίσθημα, για την αλήθεια και το ψεύδος, για το μίσος και την αγάπη, για την αδιαλλαξία και τη συγγνώμη, για τη βεβαρυμένη συνείδηση και την σχετική αποφόρτιση, για την ειλικρίνεια και την υποκρισία,για την τυπολατρεία και την απαλλαγή από αυτήν, για την ομολογία και την άρνηση της ενοχής, για τη μέθη και τη νηφαλιότητα, για την υποταγή και την ελευθερία, για την πράξη του εκβιασμού, για τη θηριωδία και τον εξανθρωπισμό, σε χώρους τόσο εντός της χριστιανικής πίστης, όσο και εκτός αυτής. Η αστάθεια όμως είναι εμφανής, όπως και η συχνή αμηχανία, στην κατασκευή ενός οικοδομήματος, μες στο οποίο η μοίρα του νεαρού ψευδο-ιερέα, όπως και το τέλος της ιστορίας του, είναι προβλέψιμα πράγματα, χωρίς καμιά ευκαιρία για οποιαδήποτε ανατροπή, χωρίς καμιά απολύτως έκπληξη. Η αποκάλυψη της γυμνότητας του ψευδο-ιερέα, τόσο της σωματικής όσο και της ψυχικής, μπροστά στο εκκλησίασμά του, ως κρεσέντο ενός εντελώς θεατρινίστικου δρώμενου, ζημιώνει την οποιαδήποτε ειλικρίνεια, απλότητα και αυθεντικότητα και αντί να λειτουργεί λυτρωτικά, μας ωθεί να χαμογελάσουμε ειρωνικά μπροστά στο μέγεθος της αφέλειας που επλανάτο παντού, ως αερόστατο, πάνω από τα κεφάλια των προσώπων. Η τελευταία στιγμή μιας αιματηρής πάλης, ανάμεσα σε έγκλειστα στο κλουβί τους ανθρώπινα-θηρία, έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που είχαμε σκεφτεί εξαρχής. Δεν αρκούν τα αγγελικά χαρακτηριστικά για να είσαι άγγελος του καλού (ή έστω αδιάβροχος καταφερτζής), και είναι πολύ εύκολο να γίνεις κτήνος όταν θρέφεσαι με κοινές αυταπάτες κομπιναδόρου