(Αναζητώντας τον Έρικ)
του Ken Loach
(οι δηλώσεις των συντελεστών)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_looking-for-eric.jpg

Σημείωμα του Ken Loach, σκηνοθέτη
    Βρήκα ένα μήνυμα ότι ο Ερίκ Καντονά προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί μου. Χωρίς αυτόν, δε θα υπήρχε η ταινία. Ένας Γάλλος παραγωγός μίλησε με την Ρεμπέκα, τη δική μας παραγωγό, και πρότεινε να συναντηθούμε όλοι μαζί με τον Ερίκ. Προφανώς, ξέραμε ποιος είναι: ξέραμε τη δημόσια εικόνα του κι ότι ήταν ένας εκπληκτικός ποδοσφαιριστής. Και εκείνοι ήξεραν πως ο Πολ Λάβερτι κι εγώ είμαστε λάτρεις του ποδοσφαίρου. Οπότε συναντηθήκαμε. Ο Ερίκ είχε μερικές πολύ ενδιαφέρουσες ιδέες, αλλά η πιο ενδιαφέρουσα ήταν εκείνη που αφορούσε τον στενό δεσμό του με έναν φαν του. Ο Πολ κι εγώ δεν τα καταφέραμε να προχωρήσουμε με τη συγκεκριμένη ιστορία, αλλά μας έδωσε τη γενική κατεύθυνση που θέλαμε να ακολουθήσουμε.
    Ο Καντονά είναι αυθεντικός και οξυδερκής. Οι διαξιφισμοί του με τους δημοσιογράφους ήταν πάντα αστείοι κι ευφυείς. Ό,τι συζητούσαμε μαζί του, κυρίως ό,τι συζητούσε με τον Πολ - τις σκέψεις του γύρω από το ποδόσφαιρο και τη δική του θέση σ' αυτό, καθώς και το τι είχε προσπαθήσει να κάνει - όλα αυτά έγιναν μέρος της ταινίας. Όταν ο Ερίκ μπαίνει σ' ένα δωμάτιο, η παρουσία του γίνεται αισθητή. Συμβαίνει σε ελάχιστες περιπτώσεις, αλλά είναι ένας πραγματικά χαρισματικός άνθρωπος που σε μαγνητίζει. Στο Μάντσεστερ, του συμπεριφέρονταν με θαυμασμό κι αγάπη. Προσπαθήσαμε να τον κρύψουμε, όσο γινόταν. Ήταν η πρώτη φορά που είχα  παπαράτσι να τριγυρίζουν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων!  
    Το πιο σημαντικό πράγμα σε μια ταινία, μετά το σενάριο, είναι να βρεις τους κατάλληλους ηθοποιούς. Θεωρώ πως κάθε ταινία καθορίζεται από το μέρος όπου διαδραματίζεται οπότε επιλέξαμε να δούμε άτομα από το Μάντσεστερ ή εκεί κοντά. Ο Έρικ στην ταινία είναι οπαδός της Manchester United, από εκείνη την εποχή που οι περισσότεροι οπαδοί της ήταν κάτοικοι της πόλης, οπότε θέλαμε να τον παίξει ένας ντόπιος. Για τον Στιβ Έβετς, είχαμε την αίσθηση πως είναι ένας άντρας που ζει στα όρια. Επίσης, είναι αστείος αλλά όχι με φτιαχτό τρόπο: είναι αληθινός.
    Η ταινία μιλάει για τη φιλία και την προσπάθειά μας να αποδεχτούμε τον εαυτό μας. Είναι μια ταινία που πάει ενάντια στον ατομικισμό: είμαστε πιο δυνατοί ως μέλη μιας ομάδας παρά μόνοι μας. Μιλάει για την αλληλεγγύη των φίλων, μέσω μιας ομάδας οπαδών του ποδοσφαίρου ή ακόμα και μεταξύ συναδέλφων.

Σημείωμα του Paul Laverty, σεναριογράφου
    Όταν ο Κεν μου είπε ότι ο Ερίκ Καντονά ήθελε να τον γνωρίσει, δεν τον πίστεψα. Ήξερα πως υπέφερε: η αγαπημένη του ομάδα δεν πήγαινε καλά και σκέφτηκα πως ήταν όλα στη φαντασία του. Μέχρι που είδα τον Ερίκ, τον βασιλιά αυτοπροσώπως, μέσα στα γραφεία μας.
    Ίσως έφταιγε η γρίπη που είχα όταν συναντηθήκαμε εκείνη την ημέρα, αλλά, ενώ μιλούσαμε, το μυαλό μου πήγαινε στα υπέροχα γκολ που είχε βάλει ο Ερίκ, στον οξύθυμο χαρακτήρα του, στην «περίφημη» κλωτσιά-καράτε, στην συνέντευξη τύπου με τις «σαρδέλες», στα τραγούδια του πλήθους και στο εκπληκτικό γκολ που σκόραρε ενάντια στην Sunderland. Αυτό που ήταν ξεκάθαρο σε μένα αλλά και στον Κεν, ήταν πως η προσωπικότητα του Ερίκ, τόσο μέσα στο γήπεδο όσο και έξω από αυτό, μας έδινε συναρπαστικές δυνατότητες.
    Είχαμε μόλις ολοκληρώσει δύο δύσκολες ταινίες («Ένας Ελεύθερος... Κόσμος» και «Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι») και είχαμε αποφασίσει (ο Κεν, η Ρεμπέκα κι εγώ) πως όποια κι αν ήταν η επόμενή μας δουλειά, θα έπρεπε να έχει αρκετά κωμικά στοιχεία προκειμένου να μην τρελαθούμε!
    Επίσης, εδώ και καιρό, έλεγα στον Κεν για μια ιστορία με παππούδες και γιαγιάδες. Ήξερα πως αυτό δε θα έκανε τους χρηματοδότες να έρθουν τρέχοντας, αλλά, από τότε που γεννήθηκαν τα παιδιά μου, άρχισε να μεγαλώνει το ενδιαφέρον μου για τους πολυεπίπεδους ρόλους που έχουν ο παππούς κι η γιαγιά στη ζωή μας. Κατά κάποιο τρόπο, αυτοί φροντίζουν ώστε να πηγαίνουν όλα ρολόι αλλά, όσον αφορά τον κινηματογράφο, είτε δεν εμφανίζονται ποτέ είτε παρουσιάζονται σαν στερεότυπα. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία χαρακτήρες μας δίνουν τη δυνατότητα να κοιτάξουμε τόσο στο παρελθόν όσο και στα γεγονότα που διαδραματίζονται στο παρόν κι αυτό πάντα με ιντριγκάριζε.
    Στο μυαλό μου ήρθαν ένα σωρό ερωτήματα και αντικρουόμενες απόψεις. Πότε θεωρούμε ότι ένα γεγονός υπήρξε καθοριστικό για τη ζωή μας; Σκέφτηκα για το εκπληκτικό «δώρο» της μνήμης που μας κάνει να θυμόμαστε κάτι που συνέβη 30 χρόνια πριν σαν να συνέβη χτες. Τι μας ωθεί στην αλλαγή και γιατί μας είναι τόσο δύσκολο να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο; Τι κρύβουμε και τι είναι τόσο οδυνηρό που αρνούμαστε να το αντιμετωπίσουμε; Αναρωτήθηκα για το κατά πόσο είμαστε ικανοί να συγχωρήσουμε, όχι μόνο τους άλλους αλλά, και εμάς τους ίδιους. Πως επηρεάζεται η αυτοπεποίθησή μας και η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, όσο μεγαλώνουμε; Ο άνθρωπος που καταλήγουμε να γίνουμε σπάνια ταιριάζει με εκείνον που φανταζόμασταν στα είκοσί μας.
    Πιστεύω πως όλα τα παραπάνω, μαζί με τη γρίπη, τις συζητήσεις με τον Κεν και το γκολ του Ερίκ εναντίον της Sunderland, ήταν αυτά που με οδήγησαν να πλάσω στο μυαλό μου τον χαρακτήρα του Έρικ Μπίσοπ. Εκείνο το γκολ τού έδωσε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τη χαοτική ζωή του για τους επόμενους μήνες! Όταν συναντάμε τον «μικρό» Έρικ, πατέρα, πατριό, παππού και δις διαζευγμένο, οι μέρες που πήγαινε στο γήπεδο με τα φιλαράκια του για να δουν τον Καντονά έχουν περάσει προ πολλού. Σε αντίθεση με τον «μεγάλο» Ερίκ, αισθάνεται πως οι γύρω του τον προσπερνούν. Το πιο τρομακτικό δεν είναι ότι αισθάνεται πως δε μπορεί να ελέγξει αυτά που του συμβαίνουν αλλά ότι δεν μπορεί να εμπιστευτεί ούτε τον ίδιο του τον εαυτό. Φαντάστηκα τι θα γινόταν αν αυτοί οι δύο συναντιόντουσαν και δε θα μπορούσα να βρω ιδανικότερη τοποθεσία από το μυαλό του Έρικ Μπίσοπ ενώ αγωνίζεται να μη χάσει τα λογικά του, κρυμμένος από τον κόσμο στη μικρή του κρεβατοκάμαρα.
    Ο Κεν κι εγώ είχαμε διάφορες ιδέες αλλά έπρεπε να περιμένουμε μέχρι την επόμενη συνάντησή μας με τον Ερίκ για να συζητήσουμε αυτή την παράξενη αντιπαράθεση. Θα του άρεσε να είναι αποκύημα της φαντασίας ενός παππού με ψυχολογικά προβλήματα; Πως θα του φαινόταν ο ρόλος του αντισυμβατικού ψυχίατρου που καπνίζει τσιγαριλίκια; Θα μπορούσε να χορέψει ροκ εν ρολ; Τουλάχιστον ήμουν σίγουρος πως θα του άρεσαν οι παροιμίες. Ειλικρινά δεν είχα ιδέα πως θα εξελισσόταν η κατάσταση ενώ πήγαινα να βρω τον Ερίκ στο Παρίσι. Πρώτον, έπρεπε να δω αν ήταν διατεθειμένος να κάνει αυτήν την τρέλα, και, δεύτερον, να καταλάβω τι είδους άνθρωπος είναι. Τελικά, εκείνες οι μέρες ήταν υπέροχες: ο Ερίκ γελούσε με τις απίθανες σκηνές που είχαμε σκαρφιστεί και μας πρότεινε και πολλές άλλες! Από την πρώτη στιγμή, ήταν εξαιρετικά μετριόφρων και δε δίσταζε να αυτοσαρκαστεί.
    Ο Ερίκ μου έδωσε μερικά διαμαντάκια εκείνες τις μέρες και, συχνά, με εξέπληττε. Τον ρώτησα πως ήταν να ακούς 50.000 ανθρώπους να φωνάζουν το όνομά σου και να λένε τραγούδια για σένα. Μου απάντησε πως ήταν τρομακτικό. Φοβόταν ότι κάποτε θα σταματούσε. Μου είπε πως ήθελε να ξαφνιάζει ευχάριστα τον κόσμο κάθε φορά που έπαιζε αλλά πως, για να το καταφέρει αυτό, έπρεπε πρώτα να ξαφνιάσει τον εαυτό του. Τον ρώτησα ποια ήταν η καλύτερη στιγμή της καριέρας του, περιμένοντας να ακούσω για ένα γκολ που έδωσε την νίκη σε τελικό πρωταθλήματος ή κυπέλλου. Με εξέπληξε για άλλη μια φορά, λέγοντάς μου πως ήταν μία πάσα που έδωσε στον Ράιαν Γκιγκς. Κι αν ο Γκιγκς είχε αστοχήσει; Η απάντηση του Ερίκ ήταν «Πρέπει να εμπιστεύεσαι τους συμπαίκτες σου. Πάντα.» και ταίριαξε απόλυτα με αυτό που είχα οραματιστεί ως κεντρική ιδέα της ταινίας: τον «μικρό» Έρικ να βρίσκει το κουράγιο να ρισκάρει και να εμπιστευτεί τους φίλους του αλλά και την Λίλι ξανά.
    Τον ρώτησα και για τον 9μηνο αποκλεισμό του από τα γήπεδα, μία τεράστια χρονική περίοδο για τη σύντομη καριέρα ενός επαγγελματία ποδοσφαιριστή. Πως τα κατάφερε να αντιμετωπίσει τη απομόνωσή του; Μου είπε πως έπρεπε να βρει κάτι να κάνει. Τι ήταν αυτό; «Προσπάθησα να παίξω τρομπέτα», μου απάντησε.  
    Και τότε, το πέπλο της διασημότητας έπεσε. Τελικά, είτε είσαι ο μεγάλος και τρανός Ερίκ είτε είσαι ο «μικρός» Έρικ, το μόνο που κάνεις καθημερινά είναι να προσπαθείς να δώσεις νόημα στη ζωή σου.

(πηγή σημειώσεις για την παραγωγή)