(Δύο καρδιές)
της Katell Quillévéré
(η συνέντευξη της σκηνοθέτιδος)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1617_reparer-les-vivants.jpg

(...) Ο Νταβίντ Θιόν, ο παραγωγός της ταινίας, μου έδωσε ένα αντίτυπο [του βιβλίου της Maylis de Kerangal] λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία του. Είχα ήδη διαβάσει δύο άλλα βιβλία της Μαϊλίς ντε Κερανγκάλ και αυτό το διάβασα σε πέντε ώρες, ενώ σκεφτόμουν ότι έπρεπε να το κάνω ταινία. Μου ήταν τόσο ξεκάθαρο, ήταν κάτι το ενστικτώδες. Αργότερα, όταν δούλευα το σενάριο, κατάλαβα καλύτερα το γιατί. Υπήρχε μια κάθαρση στη διαδικασία της επεξεργασίας της ιστορίας – υπήρχε η ανάγκη και επιθυμία μου να μεταμορφώσω τη δική μου εμπειρία στο νοσοκομείο. Τελικά, η μεταφορά αυτή έγινε τόσο προσωπική όσο και οι άλλες μου ταινίες.
Εξάλλου, η ιστορία αυτή υποσχόταν μια πολύ δυνατή κινηματογραφική περιπέτεια. Το ταξίδι αυτού του οργάνου μού έδινε τη δυνατότητα να κινηματογραφήσω σώματα με έναν τρόπο που είναι ταυτόχρονα ανατομικός, ποιητικός και μεταφυσικός. Πώς μπορεί κανείς να κινηματογραφήσει το εσωτερικό ενός ανθρώπου; Ποιους κανόνες σπάμε εξερευνώντας αυτά τα «μέρη»; Η κινηματογραφική αυτή πρόκληση, που αναμιγνύει το ασήμαντο και το ιερό, μου θύμισε την πρώτη μου ταινία.

(...) Ήθελα να αντιμετωπίσω μια νέα αφηγηματική και χρονική πρόκληση. Ήθελα μια ταινία που να είναι προσβάσιμη στο ευρύ κοινό χωρίς να κάνω εκπτώσεις ως σκηνοθέτης. Όσο γράφαμε το σενάριο, ήθελα να κάνω μια ταινία που δε θα ήταν ούτε χρονικό ούτε μια ιστορία για ένα σύνολο χαρακτήρων. Ήθελα να κάνω κάτι που να μοιάζει με σκυταλοδρομία – σαν μια ταινία που δεν έχει κεντρικό χαρακτήρα. Έπρεπε να βρούμε μια ισορροπία, να δώσουμε σε όλους και όλες τη δική τους θέση στην ιστορία, στη ζωή τους. Έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε τα κινηματογραφικά μέσα για να δημιουργήσουμε μια εμπειρία που ήταν αρκετά αληθινή για να παρασύρει στην κίνησή της τον θεατή.
Κάθε χαρακτήρας έχει μια δυνατή προσωπικότητα αλλά είναι και ένα κομμάτι μιας αλυσίδας που ενώνει τη ζωή και τον θάνατο. Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται το ερώτημα της σύνδεσης ανάμεσα στα άτομα αυτά και το πώς οργανώνουμε την αλυσίδα αυτή για να παρατείνουμε μια ζωή, να αντιμετωπίσουμε τον θάνατο.

(...) Η παγίδα θα ήταν να εκμεταλλευτούμε την έννοια του θανάτου για την αφήγησή μας. Ποιος θα πεθάνει; Θα δωρίσουν οι γονείς τα όργανα του γιου τους; Ποιος θα πάρει την καρδιά; Θα ζήσει μετά τη μεταμόσχευση; Αυτό που τελικά συμβαίνει είναι σε άλλο επίπεδο. Ήταν σημαντικό να πούμε την ιστορία αυτή σε μια πιο βαθιά και συναισθηματική χρονικότητα. Όμως πώς το πετυχαίνεις αυτό; Στο βιβλίο, η αφήγηση αποσπάται από τις αναμνήσεις των χαρακτήρων, όμως εγώ αποφάσισα στην ταινία να είμαστε στο παρόν αποκλειστικά, να τους φέρουμε στη ζωή μέσα από τις κινήσεις και χειρονομίες τους, τις λέξεις τους. Ήθελα να τους γνωρίσουμε όλους πριν αντιληφθούμε το ρόλο τους στην ιστορία. Ο Παζολίνι είχε πει ότι για να είναι πετυχημένη μια ταινία, για να ζωντανέψει, πρέπει να περιέχει ετερογενή στοιχεία, συγκρούσεις. Συμφωνώ απολύτως.

(...) Η ιστορία περιλαμβάνει όλα αυτά στη ζωή που μπορεί να είναι χαοτικά και βίαια – το πώς μια ζωή μπορεί να χτυπηθεί και ταυτόχρονα η κινητήριος δύναμη για ζωή να γίνει πιο δυνατή, να μεταμορφώσει τον θάνατο. Αποτυπώνει το πώς μπορούμε να συνέλθουμε από το σοκ μιας τέτοιας απώλειας. Ήθελα να πω αυτήν την ιστορία από την οπτική ματιά των ζωντανών – από την μεριά αυτών που μένουν πίσω.

(...) Όταν διαβάζεις ένα βιβλίο, μπορείς να κάνεις διαλείμματα, να σκεφτείς ορισμένα αποσπάσματα και να δώσεις χρόνο στη φαντασία σου να ξεδιπλωθεί. Το σινεμά είναι μια πολύ πιο περιορισμένη εμπειρία: είσαι στο σκοτάδι και παρακολουθείς κάτι για ορισμένο χρονικό διάστημα. Ήξερα από την αρχή ότι θα πρέπει να προσθέσουμε ορισμένα στοιχεία για να είναι αποδεκτή η ιστορία και ένα από αυτά τα στοιχεία ήταν η οπτική γωνία του παραλήπτη.
Και εκεί έρχεται και το κάπως προφανές ερώτημα: ποιος αξίζει κάτι τέτοιο; Μπορεί να ακούγεται παράλογο και μπανάλ, αλλά είναι μια λογική ερώτηση. Βρήκα ενδιαφέρον ότι η Μαϊλίς δε διάλεξε ένα παιδί ή έφηβο, αλλά μια 50χρονη γυναίκα που έχει φτάσει σε ένα σημείο στη ζωή της, στο οποίο αναρωτιέται πόσα ακόμη μένουν να ζήσει και να γευτεί, ή και αν θέλει καν να τα ζήσει. Το τι είδους επιθυμίες μπορεί να έχει μια τέτοιας ηλικίας γυναίκα ήταν ένα πολύ όμορφο ερώτημα.

(...) Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας, ασχολήθηκα πολύ με τους ηθοποιούς: είδα τις ταινίες τους και πάλι, τους συνάντησα για αρκετές ώρες, είδα συνεντεύξεις τους για να δω πώς εκφράζονται και πώς είναι σαν άνθρωποι. Πιστεύω φοβερά στην αλήθεια του ατόμου πίσω από τον ηθοποιό. Αυτό δίνει άλλη διάσταση στην ταινία και το χρωστώ στον εαυτό μου να το αποζητήσω σε κάθε ηθοποιό. Πάντα προσπαθώ να φέρνω τους ηθοποιούς σε ένα συναισθηματικό σημείο καινούργιο για αυτούς. Το να φτάσεις σε ένα νέο, ‘επικίνδυνο’ σημείο είναι ό,τι πιο όμορφο μπορείς να μοιραστείς. Όλοι βούτηξαν όσο βαθύτερα γίνεται στους ρόλους τους, προετοιμάστηκαν στην εντέλεια.

(...) Η δωρεά οργάνων βασίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης. Στη Γαλλία, από τη στιγμή που δεν έχεις δηλώσει σαφώς ότι είσαι εναντίον, τότε θεωρείσαι πιθανός δότης. Αυτές οι αρχές δομούν τη νοοτροπία της κοινωνίας μας, το πώς ζούμε όλοι μαζί. Η ιδέα ότι μερικές φορές δημιουργούνται κοινότητες που εργάζονται μαζί με στόχο τη διάσωση μιας ζωής είναι πολύ όμορφο και ήθελα να το δείξω. Ελπίζω να έκανα μια ουμανιστική ταινία που θα κάνει τους θεατές να νιώσουν μέρος μιας οικογένειας, μιας ομάδας, μιας κοινωνίας. Είναι, νομίζω, πολύ σημαντικό σε σχέση με όλα αυτά που ζούμε σήμερα. Μια καρδιά σταματά να χτυπά και αυτό, με τρόπο θαυματουργό, παρατείνει τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου. Είναι ένα σπουδαίο ταξίδι, κατά τη διάρκεια του οποίου το άτομο αναγνωρίζει ότι είναι μέρος μιας αλυσίδας, ότι εκείνος ή εκείνη είναι μέρος του όλου. Όλοι συνδεόμαστε.

(πηγή σημειώσεις για την παραγωγή)