του Markus Schleinzer
michael2.jpg

Ένα δράμα που επικεντρώνεται σε μια περίοδο πέντε μηνών από τη ζωή ενός παιδόφιλου που έχει απαγάγει ένα αγόρι και το κρατά κλειδωμένο στο υπόγειό του. Η ταινία περιγράφει τους τελευταίους μήνες της ακούσιας συμβίωσης του 10χρονου Βόλφγκανγκ με τον 35χρονο Μίχαελ. Το Michael σαν ταινια είναι τόσο ενοχλητική και τρομακτική, κατά κάποιο τρόπο εξαιτίας της" κανονικότητας" του δράστη, που αφήνει τον απλό θεατή στην ουσία απροστάτευτο απέναντι στην κοινοτοπία του κακού.
Ο Markus Schleinzer γεννήθηκε στη Βιέννη το 1971. Εργάστηκε ως υπεύθυνος κάστινγκ από το 1994 έως και το 2010. Συμμετείχε σε περισσότερες από 60 παραγωγές ταινιών, ανάμεσα στις οποίες οι Σκυλίσιες μέρες του Ούλριχ Ζάιντλ και της Λευκής κορδέλας του Μίχαελ Χάνεκε, για την οποία επέλεξε τα παιδιά του καστ, τα εκπαίδευσε και δούλεψε μαζί τους τις σκηνές τους. Το Μίχαελ είναι η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία.
Ο Δημήτρης Εϊπίδης  επισημαίνει σ’ ένα σημείωμα του για την ταινία: «Συγκρινόμενη με τις ταινίες εγκλημάτων που προκαλούν σοκ, ο Michael είναι σαν ένας ψίθυρος. Η ταινία κρύβει λεπτομέρειες όπως το εάν ο κεντρικός χαρακτήρας για πρώτη φορά κρατά κάποιον φυλακισμένο ή είναι κάτι που κάνει συχνά. Η ταινία δεν είναι ένα ψυχολογικό δράμα για το τι έχει πάει στραβά στη ζωή του δράστη: είναι ένα έντεχνα κατασκευασμένο θρίλερ γεμάτο εντάσεις για το αν και ποτέ θα τον συλλάβουν. Ο Schleinzer αφηγείται μια συναισθηματικά συγκρατημένη ιστορία και αντιστέκεται στο να εκφέρει γνώμη για την τερατώδη φύση του κεντρικού χαρακτήρα.»
michael1.jpgΟ σκηνοθέτης Markus Schleinzer σε μια συνέντευξή του (στο www.afc.at )μεταξύ άλλων δηλώνει: «[Η παιδοφιλία] δεν είναι αποκλειστικά θέμα της Αυστρίας: παρόμοιες υποθέσεις υπάρχουν στο Βέλγιο, Γαλλία, Αμερική και Αυστραλία. Αυτές οι ιστορίες  με συγκίνησαν ιδιαίτερα κα αυτό που μ’ ενδιαφέρει και με ανησυχεί περισσότερο γι’ αυτές είναι το πως οι άνθρωποι σοκαρισμένοι απ’ αυτές απευθύνονται στο «κίτρινο τύπο»  για πληροφόρηση. Επίσης μου προκαλεί έκπληξη ότι, εκτός του Τύπου, και πιο συγκεκριμένα  του «κίτρινου τύπου», κανένας δεν ασχολείται μ’ αυτό το ζήτημα. Κατά την έρευνα μου για το θέμα τα μόνα κείμενα που βρήκα ήταν από  την Elfriede Jelinek για την Υπόθεση Fritzl.
(…) Είναι  λάθος, κατά την άποψη μου, κάποιος να πει ότι αυτή η ταινία είναι μια αντίδραση [στην υστερία του «κίτρινου τύπου»]. Είναι μια διαφορετική οπτική, μια διαφορετική θέση, αυτή που νομίζω ότι λείπει όταν αντιμετωπίζουμε ένα τέτοιο ζήτημα. Βρέθηκα αντιμέτωπος με την ερώτηση  «τι ήθελα να πω;» και ύστερα «πως θέλω να αφηγηθώ μια ιστορία σαν αυτή;» . Σε πολύ σύντομο χρόνο αποφάσισα να αφηγηθώ την ιστορία από την οπτική του δράστη.  Είχα πολλές τύψεις ότι η οπτική του θύματος θα τροφοδοτούσε την οφθαλμολαγνεία. Αποφασίζοντας να αφηγηθώ την ιστορία από την οπτική του δράστη, απέκλεια έτσι κάθε  εξωτερική παρέμβαση, κάθε ηθικολογικό σχόλιο.
(…) Ήταν επίσης σημαντικό να δημιουργηθεί ένας χαρακτήρας, ένα πρόσωπο πάνω στο οποίο πολλοί άνθρωποι θα μπορούσαν να δουν τους εαυτούς τους. Αν ο Michael είχε κάποια ιδιαίτερα εξωτερικά χαρακτηριστικά, αν η συμπεριφορά του ήταν πάρα πολύ περίεργη, τότε δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ο τρόπος που τον προσέγγιζα. Δεν θα μπορούσα να δημιουργήσω μέσω μιας αναπόφευκτης ταύτισης με το χαρακτήρα, αυτήν την οδυνηρή απεικόνιση. Όταν είναι εμφανώς διαφορετικός -από εμένα ή τους ανθρώπους που ξέρω-, τότε δημιουργείται μια προστατευτική ασπίδα. Είναι η ίδια προστατευτική ασπίδα που ο «κίτρινος τύπος» χρησιμοποιεί, όταν ασχολείται με το "τέρας της Amstetten". Και είναι αυτή η ασπίδα κάνει πιθανό το ενδεχόμενο κάποιος να πει, «Αυτός δεν είμαι εγώ».»