του Laurence Dunmore
libert2.jpg

Johnny Depp, ηθοποιός
Η προσέγγισή μου στο χαρακτήρα ήταν να μάθω γι’ αυτόν τον τύπο και να μάθω τα πάντα, να κατανοήσω το γιατί και το πώς έφτασε εκεί… πώς έφτασε στην ανάγκη για μια τέτοια υπερβολή στη ζωή του και την ανάγκη του για θεραπεία. Γιατί πιστεύω ότι για τον ίδιο δεν ήταν θέμα απλής διασκέδασης.
Μου δόθηκε η ευκαιρία να πάω στην Εθνική Βιβλιοθήκη και να διαβάσω κάποιες από τις επιστολές του, που τις έγραψε με το ίδιο του το χέρι. Κάτι που μου φάνηκε υπέροχο και εκπληκτικό και, κατά κάποιο τρόπο, με εξέπληξε, ήταν τα γράμματα στη γυναίκα του καθώς και τα γράμματα στη μητέρα του, τα οποία στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν πολύ, πολύ τρυφερά. Εξαιρετικά καλογραμμένα, πολύ τρυφερά και γλυκά. Αρκετά απ’ αυτά τελείωναν με τη φράση ‘Μακάρι ο Θεός να σας ευλογεί και να σας προστατεύει’, από έναν άνθρωπο ο οποίος ήταν, σύμφωνα με όσα λέγονται, ένας μεγάλος άθεος… αυτό πράγματι με μπέρδεψε αλλά και μου κίνησε το ενδιαφέρον.
Αυτό που φυσιολογικά θα γύριζες σε μια άλλη ταινία μέσα σ’ ένα διάστημα πέντε ημερών ή μιας εβδομάδας, εμείς το γυρίζαμε σε μία μέρα ή και λιγότερο… έκανες τη λήψη, έβλεπες το υλικό, και μετά πήγαινες στην επόμενη σκηνή και πραγματικά ποτέ δεν υπήρξε χρόνος για να χαλαρώσουμε, τόσο έντονο ήταν το γύρισμα. Δεν υπήρξε ποτέ, μα ποτέ μια άνετη μέρα. Η κάθε στιγμή ήταν μέσα στην ένταση. Κάθε μέρα είχες να πεις και να ξαναπείς τόνους λέξεων, μια απίστευτη πολυλογία, μία ατέλειωτη εκφορά λόγου. Ήθελες διαρκώς να προστατέψεις τον εαυτό σου. Γύριζες μακρινά πλάνα και μετά κοντινά, συνέχεια, και το ίδιο γινόταν επί 45 ολόκληρες μέρες. Ήταν δύσκολο, εξοντωτικό αλλά το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό και άξιζε τον κόπο όλη αυτή η ταλαιπωρία.
libert1.jpg
Laurence Dunmore, σκηνοθέτης
Επιδίωξή μου ήταν να φτιάξω μια ταινία όπου θα μπορούσες να μυρίσεις τον αέρα. Ήθελα να δημιουργήσω μια πολύ αυθεντική αναπαράσταση του 17ου αιώνα που να μη δίνει την αίσθηση ότι φτιάχτηκε τεχνητά τον 21ο αιώνα. Γι’ αυτό αποφάσισα να χρησιμοποιήσω όσο το δυνατόν περισσότερο φυσικό φως και να πλημμυρίσω την οθόνη με λάσπη, ομίχλη, βροχή και καπνό. Ήθελα να υπάρχει μία μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στο πλούσιο περιβάλλον του σπιτιού του Ρότσεστερ και στην ενέργεια, τον ενθουσιασμό και το δυναμισμό της ζωής του στο Λονδίνο.
Ο Τζον Γουίλμοτ είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έπινε πολύ κι οδήγησε τον εαυτό του σ’ έναν πρόωρο θάνατο, κι έτσι θέλαμε να δώσουμε στο The Libertine ένα είδος σκοτεινιάς και σκληρότητας που συνήθως δε συνδέεται με ταινίες εποχής. Δε θέλαμε η ταινία να έχει μία καθαρή, περιποιημένη εικόνα. Θέλαμε την πιο άγρια, την πιο βρόμικη εικόνα που μπορούσαμε να πετύχουμε! Αλλά ακόμη κι αν υπάρχει πολύ λάσπη και καπνός στην ταινία, ταυτόχρονα υπάρχει και μια ομορφιά που βγαίνει μέσα από όλη αυτή την καταχνιά. Η ταινία είναι πολύ όμορφη με τον τρόπο της.
Αποφάσισα από νωρίς να χειριστώ εγώ ο ίδιος την φορητή κάμερα, όπως έκανα παλιότερα σε πολλά διαφημιστικά, αντί, όπως συνήθως γίνεται, να την τοποθετήσω πάνω σε μία συσκευή με ρόδες ή σε ένα γερανό. Εν μέρει το έκανα αυτό για να μπορώ να κινούμαι γρήγορα. Επίσης δε χάσαμε χρόνο προσπαθώντας να επινοήσουμε περίπλοκες κινήσεις. Το σημαντικό για μένα ήταν να δημιουργήσω ένα πολύ ρευστό στιλ προκειμένου να αποτυπώσω τη δράση. Βάζοντας την κάμερα στον ώμο μου μπορούσα να είμαι πιο κοντά στους ηθοποιούς, να κάθομαι δίπλα τους την ώρα που αυτοί έπαιζαν, ώστε οι σκηνές να εκτυλίσσονται ακριβώς μπροστά μου. Ήταν κάτι που μου έδωσε μεγάλη ελευθερία αλλά νομίζω ότι και οι ερμηνείες ωφελήθηκαν απ’ αυτό. Σπάνια φορούσα ακουστικά στα αυτιά για το διάλογο, γιατί καθόμουν ακριβώς δίπλα στους ηθοποιούς –μπορούσα ν’ ακούσω ακόμη και την ανάσα τους. Αυτό δημιούργησε ένα κλίμα μεγάλης οικειότητας.

(πηγή: σημειώσεις για την παραγωγή)