του Michelangelo Antonioni 
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_zabriskie-point.jpeg

Σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες ταινίες του Αντονιόνι η πλοκή είναι υποτυπώδης: στην Αμερική του 1970 η Ντάρια εργάζεται για ένα μεσιτικό γραφείο και γνωρίζει τον ριζοσπαστικοποιημένο φοιτητή Μαρκ, ο οποίος καταζητείται από τις αρχές για τον υποτιθέμενο φόνο ενός αστυνομικού. Κλέβοντας ένα μικρό αεροπλάνο, βρίσκουν καταφύγιο στην έρημο της Καλιφόρνιας (Zabriskie Point), κάνουν έρωτα, και στο τέλος οι δρόμοι τους χωρίζουν. Είναι η εποχή της αμφισβήτησης όχι μόνο του ρατσισμού και του ιμπεριαλισμού αλλά και της καταναλωτικής κοινωνίας, με τη νεολαία στη σφαίρα επιρροής της Νέας Αριστεράς. Το δίπολο της ταινίας είναι, στον απόηχο του πολέμου στο Βιετνάμ, από τη μια ο άκρατος καταναλωτισμός στη μητρόπολη του καπιταλισμού και από την άλλη η ουτοπία μιας κοινότητας μακριά από εξουσιαστικές δομές με λάβαρο τον εορτασμό του έρωτα.
Οι δύο ελκυστικοί πρωταγωνιστές –η όμορφη σαν Ινδιάνα Ντάρια Χάλπριν και ο μελαγχολικός Μαρκ Φρεσέτ– δεν ήταν ηθοποιοί: η πρώτη ήταν φοιτήτρια ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ, ενώ ο δεύτερος είχε παρατήσει το σχολείο. Ο ερασιτεχνισμός τους και η φαινομενικά μόνο ανιαρή υποκριτική τους συνετέλεσαν στην πενιχρή υποδοχή της ταινίας. Αν ο θεατής εστιάσει σε αυτό, θα χάσει αυτό που πάντα έλκει τον Αντονιόνι, δηλαδή το τοπίο και το αστικό περιβάλλον ως ψυχική γεωγραφία. Οι θηριώδεις τοιχογραφίες και αφίσες αποκτούν βαθιά ειρωνικό πρόσημο και μεγεθύνονται στην αντίληψη του θεατή από το παράφωνο ηχοτοπίο.
Πιστός στο πρόγραμμα της «έκλειψης» των ανθρώπινων σχέσεων από τα αντικείμενα («Η Κραυγή», «Η Έκλειψη»), ο Αντονιόνι συνθέτει εξαίρετης συμμετρίας πλάνα (σπουδαία η φωτογραφία του Άλφιο Κοντίνι) ενός απομαγευμένου κόσμου, βασισμένου στη ρηχή ηδονή της προσομοίωσης, την οποία, όπως και ο Παζολίνι, ταυτίζει με το πρόστυχο και το γελοίο. Δεν προκαλεί έκπληξη το ότι οι χαρακτήρες του συστήματος είναι απολύτως ανταλλάξιμοι και απογυμνωμένοι από το ανθρώπινο στοιχείο, σαν να επρόκειτο για μαριονέτες σε ένα κουκλοθέατρο με τον καπιταλισμό ως κουκλοπαίκτη.
Η τελική σκηνή φαντασίωσης της Ντάρια στην έρημο, αφού έχει εκλείψει ο Μαρκ, είναι απαράμιλλης τεχνικής αρτιότητας και εκρηκτικής σημειολογίας. Πρόκειται ίσως για την πιο βιρτουόζικη σεκάνς γυρισμένη σε αργή κίνηση στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο Αντονιόνι χρησιμοποίησε δεκαεπτά κάμερες για να αποτυπώσει την ανατίναξη της καταναλωτικής κοινωνίας, κάτι που του επέτρεψε να αποθανατίσει 3.000 καρέ το δευτερόλεπτο! Αυτή η εκπληκτική σύλληψη και το τεχνικό επίτευγμα μετατρέπουν το επαναστατικό όραμα της Ντάρια σε παραισθησιογόνο εμπειρία, σαν κι αυτή της γενιάς του LSD που έλκει τον Αντονιόνι.
Το «Zabriskie Point» ταλαιπωρήθηκε αρκετά κατά το στάδιο της παραγωγής, καθώς η MGM αφαίρεσε το αμοντάριστο υλικό από την εποπτεία του Αντονιόνι και τον υποχρέωσε σε σημαντικές εκπτώσεις, αλλά και μετά την προβολή του, οπότε και «θάφτηκε» από μερίδα των κριτικών. Σήμερα, αφού έχει καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός της τότε αγανάκτησης, έχουμε μπροστά μας ένα σπουδαίο έργο, γνήσιο τέκνο της ριζοσπαστικοποίησης της νεολαίας στα αμερικανικά πανεπιστήμια και της ρηξικέλευθης κινηματογραφικής γλώσσας που εγκαινίασε ο Αντονιόνι.

ZABRISKIE POINT, Μικελάντζελο Αντονιόνι, Η.Π.Α., 1970