(Οι ψίθυροι)
του William Wyler
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)![]()
Με την Όντρεϊ Χέπμπορν και τη Σίρλεϊ ΜακΛέιν στο προσκήνιο —και οι δύο μια κλάση ανώτερες του μάλλον τυπικά άχρωμου Τζέιμς Γκάρνερ— ο σπουδαίος μετρ των λογοτεχνικών μεταφορών στην οθόνη αλλά και στυλίστας Γουίλιαμ Γουάιλερ («Ζέζεμπελ», «Ανεμοδαρμένα Ύψη», «Η Κληρονόμος», «Ματωμένοι Ορίζοντες», «Μπεν-Χουρ») προσεγγίζει με ιδιαίτερη λεπτότητα το ζήτημα της λεσβιακής αγάπης και του στίγματος που αυτή επισύρει σε μια κλειστή, μεγαλοαστική κοινότητα.
Τα γεγονότα διαδραματίζονται σε ένα ιδιωτικό σχολείο θηλέων, το οποίο διευθύνουν η Μάρθα (ΜακΛέιν) και η Κάρεν (Χέπμπορν), με τη δεύτερη να ετοιμάζεται να παντρευτεί τον Δρ. Τζο Κάρντιν (Γκάρνερ). Καθώς η ανάρμοστη συμπεριφορά της μικρής Μέιρι —η οποία τυγχάνει εγγονή της Αμέλια Τίλφορντ, μιας γυναίκας με μεγάλη επιρροή— αντιμετωπίζεται με μια λελογισμένα ήπια τιμωρία, το σχολείο δηλητηριάζεται από φήμες για την «κρυφή» ερωτική σχέση μεταξύ της Μάρθας και της Κάρεν.
Αποκλίνοντας από τον «κλειστό ρομαντικό ρεαλισμό», που είναι τόσο χαρακτηριστικός του Χόλιγουντ, ο Γουάιλερ δεν διστάζει να πειραματιστεί με τολμηρές φορμαλιστικές αποφάσεις προκειμένου να αποδώσει την απομόνωση της Κάρεν, αλλά και το κλίμα καχυποψίας που διαχέεται στο σχολείο εξαιτίας της μικρής Μέιρι. Για παράδειγμα, χρησιμοποιεί με εξαίσιο αποτέλεσμα πλάνα με διοπτρικό φίλτρο διαίρεσης. Κρατά στο ίδιο καρέ το κοντινό πλάνο στο πρόσωπο της Μέιρι και το μακρινό στην Κάρεν, χωρίζοντας τους δύο χαρακτήρες, αλλά παράλληλα συνδέοντάς τους μέσω της χειραγώγησης.
Παράλληλα, το στυλ του Γουάιλερ χαρακτηρίζεται από την πλαστικότητα των προσώπων στα κοντινά πλάνα όπου, σαν σε νοητή ευθυγράμμιση, ο σκηνοθέτης συντονίζει την ταλάντευση της δυναμικής που διακρίνει το δράμα των τριών εμπλεκομένων στο ταχύτατα διογκούμενο «σκάνδαλο». Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στις παιδικές ερμηνείες: αυτή της Κάρεν Μπάλκιν, ως σχεδόν παρανοϊκής και χειριστικής Μέιρι, και αυτή της Βερόνικα Κάρτραϊτ (τη θυμόμαστε από το «Άλιεν» του Ρίντλεϊ Σκοτ), ως εύθραυστης και χειραγωγίσιμης Ρόσαλιντ.
Η αφήγηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ψυχολογική υπόσταση του κάθε ξεχωριστού χαρακτήρα, οδηγώντας έως τη δραματική συντριβή αλλά και την τελική αποδοχή. Τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ γυναικείας φιλίας και λανθάνουσας ερωτικής επιθυμίας —που λειτουργούν τρόπον τινά ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία— ο «συμβολικός ευνουχισμός» μιας ολόκληρης κοινότητας, αλλά και η αποκαθήλωση της «αθωότητας» των παιδιών, συνθέτουν μια ολότελα γνήσια πραγματεία, κάτι που έφερε τον σκηνοθέτη σε σύγκρουση με την αμερικανική λογοκρισία.
ΟΙ ΨΙΘΥΡΟΙ, Γουίλιαμ Γουάιλερ, Η.Π.Α., 1961



