(Χρυσή Άμαξα)
του  Jean Renoir
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_carosse-d-or.jpeg

Μέρος της άτυπης τριλογίας του Ζαν Ρενουάρ (μαζί με το «Καν-Καν» και το «Η Έλενα και οι Άνδρες»), η «Χρυσή Άμαξα» αποτελεί φόρο τιμής στην commedia dell'arte και ομολογεί την αγάπη του σκηνοθέτη για το θέατρο. Ωστόσο, όπως και στο υπόλοιπο έργο του, ο Ρενουάρ —σε συνδυασμό με την έξοχη διεύθυνση φωτογραφίας του Κλοντ Ρενουάρ— προικίζει τα κάδρα του με μια αισθητική ζωγραφικής έμπνευσης και στησίματος. Αυτή η προσέγγιση μετατρέπει την επιτηδευμένη επιφάνεια των σκηνικών και των κοστουμιών σε μια ολοζώντανη και εγκάρδια εμπειρία, όπου σπάνια συναντάται λήψη χωρίς χρωματική αρτιότητα, συντονισμένη κίνηση και συναισθηματικό παλμό, στοιχεία που ανυψώνονται ακόμη περισσότερο από τη μουσική του Βιβάλντι.
Ο ιταλικός θίασος, που επισκέπτεται το Περού του 18ου αιώνα το οποίο βρίσκεται υπό τον ζυγό του ισπανικού στέμματος, βασίζεται στη δεινότητα της Καμίλα (Άννα Μανιάνι), η οποία ενσαρκώνει τον αρχετυπικό χαρακτήρα της Κολομπίνας, μιας παιχνιδιάρας υπηρέτριας. Η Καμίλα διεκδικείται από τρεις μνηστήρες: τον αντιβασιλέα (Ντάνκαν Λαμόντ) που τη δελεάζει με μια χρυσή άμαξα, τον γοητευτικό Ισπανό αξιωματικό (Πολ Κάμπελ) που την καλεί να ζήσουν μαζί με τους Ινδιάνους, και τον ταυρομάχο Ραμόν (Ρικάρντο Ριόλι) που της τάζει να μοιραστούν τη δόξα του.
Από το θέατρο-χοιροστάσιο, το οποίο αναμορφώνει ο θίασος με μια, τρόπον τινά, υπερφυσική αυθορμησία, η Καμίλα σύντομα σαγηνεύει τα πλήθη, όχι όμως και όλους τους ευγενείς. Οι περιπαικτικοί τζουτζέδες-αρλεκίνοι, σαν δράκος που ξερνά φωτιά απέναντι στις κοινωνικές συμβάσεις, εκκινούν το αέναο και ειρωνικό παιχνίδι με τις εξουσιαστικές δομές της κοινωνίας. Ωστόσο, ο Ρενουάρ θέτει το καίριο ερώτημα της διάκρισης μεταξύ θεάτρου και πραγματικής ζωής. Κι αν η τέχνη κατευνάζει τις πολιτικές δολοπλοκίες, την αποικιοκρατία, την υπεροψία έναντι των Ινδιάνων και, εν γένει, τα αρνητικά συναισθήματα, το κομψοτέχνημα του Ρενουάρ υπογραμμίζει, σε τελική ανάλυση, τη μοναχικότητα του καλλιτέχνη.
Κεντρικό ρόλο στην απήχηση της ταινίας παίζει η υποκριτική δεινότητα της Μανιάνι. Η ηθοποιός μεταφέρει επί σκηνής όλο το ιταλικό μπρίο και την πληθωρική της παρουσία, που δεν αφήνει περιθώρια αντίστασης, μέσα από μια απολύτως ελεγχόμενη κινησιολογία του βλέμματος και του ιδιαίτερου προσώπου της. Η κινηματογράφηση πλαισιώνει αυτή την παρουσία με υπέροχους φωτισμούς, κοσμήματα και έντονο χρωματικό φόντο. Αποκορύφωμα αυτής της πανδαισίας είναι, φυσικά, η ίδια η χρυσή άμαξα, η οποία καταλαμβάνει σε καίριες στιγμές σχεδόν ολόκληρο το κάδρο· η λάμψη της κάμπτεται ως σύμβολο του πλούτου και εδραιώνεται ως ατόφια αγάπη για τη ζωή και την τέχνη.
Σημειωτέον ότι η ταινία λατρεύτηκε τόσο πολύ από τον Φρανσουά Τρυφώ, ώστε ο ίδιος ίδρυσε την κινηματογραφική εταιρεία «Les Films du Carrosse» (Ταινίες της Άμαξας) το 1955, η οποία λειτούργησε μέχρι το 2000.

Η ΧΡΥΣΗ ΑΜΑΞΑ, Ζαν Ρενουάρ, Γαλλία/Ιταλία, 1952