(κείμενο: Μίμης Χρυσομάλλης)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_salo.jpg

Στην τελευταία σεκάνς της ταινίας Η Χρυσή Εποχή (L'Âge d'Or, 1930), βλέπουμε τέσσερις άνδρες να βγαίνουν εξαντλημένοι από έναν απομονωμένο ορεινό πύργο, ενώ έξω χιονίζει ακατάπαυστα. Πρόκειται για τους τέσσερις ελευθέριους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος Οι 120 Ημέρες των Σοδόμων του Μαρκήσιου ντε Σαντ, σε έναν ιδιότυπο κινηματογραφικό φόρο τιμής του Λουίς Μπουνιουέλ στον «θεϊκό μαρκήσιο». Τα γραπτά του Σαντ άσκησαν εξαιρετικά σημαντική επίδραση πάνω στον νεαρό σκηνοθέτη (όπως και στους υπόλοιπους σουρεαλιστές), προκαλώντας – όπως γράφει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του – μια «πολιτιστική επανάσταση» μέσα του. Για τον Μπουνιουέλ, οι 120 Ημέρες είναι ένα «απίθανο» βιβλίο, το οποίο εξετάζει την κοινωνία «από κάθε σκοπιά, κατά τρόπο μεγαλειώδη, συστηματικό, προτείνοντας έναν πολιτισμικό άγραφο πίνακα».  
Σχεδόν μισό αιώνα μετά, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι θα γυρίσει το Σαλό, 120 Ημέρες στα Σόδομα (Salò ο le 120 giornate di Sodoma, 1975), βασισμένο στο βιβλίο του Σαντ. Ήταν η τελευταία ταινία του Ιταλού σκηνοθέτη, ο οποίος δολοφονήθηκε εν ψυχρώ κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες τον Νοέμβριο του 1975, λίγες μόλις εβδομάδες πριν πραγματοποιηθεί η πρώτη επίσημη προβολή της ταινίας. «Αυτή η ταινία», όπως έγραψε ο ίδιος, «είναι το τρελό, το ανεξήγητο όνειρο όσων συνέβησαν στον κόσμο κατά τα χρόνια του πολέμου – όνειρο, που είναι πολύ πιο λογικό στο σύνολό του, παρά στις λεπτομέρειές του». 
Στον Σαντ είναι ακριβώς οι λεπτομέρειες, ανατριχιαστικές και συχνά αποκρουστικές, που κυριολεκτικά κατακλύζουν τις σελίδες του διαβόητου συγγράμματός του, απαρτίζοντας μια μακρά και εξαντλητική λίστα από κάθε είδους πάθη, εμμονές, διαστροφές, αποκλίσεις, όργια, και βασανιστήρια. Ο Παζολίνι θα κρατήσει την αρχιτεκτονική της αφήγησης ως έχει, αλλάζοντας όμως τον τόπο και τον χρόνο από την Γαλλία του 18ου αιώνα στη φασιστική «Δημοκρατία του Σαλό» την περίοδο 1944 - 45. Όπως και ο Σαντ, ο Παζολίνι ακολουθεί μια κλιμακωτή αφήγηση χωρισμένη σε ενότητες (ή «κύκλους», κατά τη δαντική «Κόλαση») που χαρακτηρίζονται από αυξανόμενη ένταση και ολοένα μεγαλύτερο βαθμό ακολασίας και βίας. «Έμεινα απόλυτα πιστός στην ψυχολογία των χαρακτήρων και στις πράξεις τους», θα σημειώσει ο Παζολίνι, που αποτυπώνει τις σχέσεις μεταξύ εξουσιαστών και θυμάτων στην οθόνη μεταφέροντας τον παγερό τόνο της γραφής του Γάλλου μαρκήσιου.
Οι ακραίες συμπεριφορές, τα ανήκουστα πάθη, και τα βίαια εγκλήματα που καταλογογραφεί με ζήλο και γραφειοκρατική επιμέλεια ο Σαντ, εγγράφονται στο πλαίσιο μιας ιδιότυπης ηθικής, όπου η υπέρμετρη επιβολή δύναμης και η ασύστολη άσκηση εξουσίας φαντάζουν – και συνεπώς δικαιολογούνται – ως φαινόμενα που πηγάζουν από την ίδια τη φύση. «Η ανισότητα που ενστάλαξε η φύση μέσα μας δείχνει πως  αυτή η δυσαρμονία της αρέσει, εφόσον αυτή η ίδια την έταξε και τη θέλει τόσο στις περιουσίες μας όσο και στο κορμί μας μας», αναφωνεί ένας από τους ελευθέριους στις 120 Ημέρες, xλευάζoντας έννοιες όπως η συμπόνοια και η ελεημοσύνη, και προτάσσοντας το επιχείρημα πως δεν θα έπρεπε κανένας να διανοηθεί «να προσβάλλει τη φύση σε σημείο που ν’ ανατρέψει την ευταξία που η ίδια είχε ορίσει μεταξύ των διαφορετικών τάξεων». 
Και αν η φύση χαρακτηρίζεται από ανισότητα κάθε είδους (κοινωνική, οικονομική, φυλετική, έμφυλη, κ.ο.κ.), η ίδια φύση «ορίζει τον νόμο της, άπληστη πάντα για φόνους και εγκλήματα, που θέλει να μας τα επιβάλει και να μας τα εμπνεύσει, και ο μοναδικός νόμος που έχει χαράξει στα βάθη της καρδιάς μας είναι να ικανοποιήσουμε τον εαυτό μας». Στον αντίποδα μιας φυσικής κατάστασης ως προϋπόθεση ελευθερίας και έλλειψης καταναγκασμού όπως την οραματίστηκε ο Ρουσσώ, ο Σαντ βλέπει στη φυσική τάξη πραγμάτων την απόλυτη δικαίωση της ανελευθερίας και της ανηλεούς εκμετάλλευσης. Παράλληλα, η απουσία οποιασδήποτε τιμωρίας (η ατιμωρησία, γράφει, «εντείνει ηδονικά» τη μέθη) ή μορφής ελέγχου, εσωτερικής ή εξωτερικής, εντείνουν περαιτέρω την αίσθηση αποχαλίνωσης: «Μονάχα ο Θεός και η συνείδηση υπάρχει: μα τι δύναμη μπορεί να έχει ο πρώτος φραγμός για έναν άθεο στην καρδιά και στη σκέψη; Και πώς να επιβληθεί η συνείδηση σ’ εκείνον που ξέρει τόσο καλά να συντρίβει τις τύψεις του που τελικά γίνονται γι’ αυτόν σχεδόν απολαύσεις;». 
Για τους ελευθέριους του Σαντ, τους εκπρόσωπους δηλαδή μιας ασύδοτης εξουσίας που δρα ανεξέλεγκτα χωρίς ποτέ να λογοδοτεί, το έγκλημα «είναι ένα μέσο της φύσης» που «περιέχει επαρκή σαγήνη για να φουντώνει από μόνο του όλες τις αισθήσεις». Δεν είναι το αντικείμενο της ελευθεριότητας που τους εμψυχώνει, αλλά «η ίδια η ιδέα του κακού». Μέσα στο γενικότερο κλίμα ασυδοσίας και άκρατης ελευθεριότητας, προστίθεται ένα ακόμη στοιχείο ως επιπλέον διεγερτικό – οι καταδόσεις, «αυτό το βάρβαρο μέσο που εντείνει τις ταπεινώσεις, προσφιλές σε όλους τους τυράννους».  
Όλα αυτά τα στοιχεία ο Παζολίνι τα μεταφέρει στη φασιστική Ιταλία, καταδεικνύοντας έτσι τη διαχρονικότητα του κακού και τις ολέθριες συνέπειες της κατάχρησης εξουσίας και της επιβολής δύναμης δια της βίας. «Αυτό που χαρακτηρίζει καλύτερα την εξουσία – την οποιαδήποτε εξουσία», σημειώνει ο Παζολίνι, «είναι η φυσική της ικανότητα να μετατρέπει τα ανθρώπινα σώματα σε αντικείμενα. Η ναζιστική - φασιστική καταπίεση διέπρεψε σε αυτό». Η αποκτήνωση, ο εξευτελισμός, και η πλήρης ταπείνωση - υποδούλωση των αδύναμων από τους εξουσιαστές τους παρουσιάζονται μέσα από μια σειρά γκροτέσκων – αλλά ανησυχητικά πειστικών – επεισοδίων, που εγείρουν σοβαρούς προβληματισμούς γύρω από την ανθρώπινη φύση και ηθική, καθώς και τη δυναμική των σχέσεων εξουσίας. Οι ενοχλητικές, αποκρουστικές εικόνες του Σαλό μας αναγκάζουν να καταδυθούμε στις πιο μύχιες και σκοτεινές περιοχές της ανθρώπινης φύσης, στα πιο ερεβώδη και δύσβατα μονοπάτια της ηθικής, στις παρυφές του «λογικού» και του «αποδεκτού». 
Το κύκνειο άσμα του Ιταλού δημιουργού μπορεί, λοιπόν, να ιδωθεί ως μια δηκτική καταγγελία της αυθαιρεσίας της εκάστοτε εξουσίας, και παράλληλα μια – τραγικά επίκαιρη – υπενθύμιση του πώς αυτή μετασχηματίζεται και μεταπλάθεται από τη μια κοινωνία και εποχή στην άλλη. «Διάλεξα σαν σύμβολο της εξουσίας που μετασχηματίζει τα άτομα σε αντικείμενα, την τελευταία φασιστική εξουσία της Ιταλίας […] αλλά ο σκοπός δεν περιορίζεται σε μια καθορισμένη χρονική περίοδο», προειδοποιεί ο Παζολίνι σε ένα από τα τελευταία του σημειώματα: «O λόγος της ταινίας αφορά και το παρόν». 

Βιβλιογραφία:
Λουίς Μπουνιουέλ, Η Tελευταία μου Πνοή, μτφρ: Θάνος Σαμαρτζής, Δώμα, 2024.
Μαρκησιος ντε Σαντ, Οι Εκατόν Είκοσι Ημέρες των Σοδόμων, μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, Gutenberg, 2024. 
Pier Paolo Pasolini (συλλογικό), επιμ. Μιχάλης Δημόπουλος & Αχιλλέας Κυριακίδης, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 1994.