του Orson Welles
κριτική του Bosley Croether
stranger1.jpg

Ο Orson Welles, αν κρίνουμε από τις επιλογές που έχει κάνει στο παρελθόν, το ευχαριστιέται πολύ παίζοντας άθλιους χαρακτήρες. Και τώρα στη νέα του ταινία, "The Stranger”, την οποία σκηνοθετεί και υποδύεται το πρωταγωνιστικό ρόλο, αποδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι λατρεύει να προκαλεί στους ανθρώπους το φόβο.  Για αυτό το μελόδραμα, υποδύεται τον υπεύθυνο πίσω από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είναι ο εμπνευστής της μαζικής φονικής μηχανής τους.
Μόνο που τώρα – και αυτή είναι η ουσία της ιστορίας –όλα αυτά τα έχει αφήσει πια πίσω του, και ζει χωρίς να τον γνωρίζει κανένας σε μία μικρή πόλη στο Κονέκτικατ, διδάσκοντας σε ένα κολλέγιο, παντρεμένος με την κόρη του δικαστή. Και, πραγματικά, όλα βαίνουν καλώς, μέχρι που ένας πράκτορας καταφθάνει  στην πόλη καταδιώκοντας  έναν πρώην Ναζί. Τότε ο κύριος Welles, όντας κάποτε ένα «τέρας», αρχίζει να νιώθει την καυτή του ανάσα, και τα ρουθούνια του αρχίζουν να μεγαλώνουν, τα μάτια του να γουρλώνουν. Το πρώτο πράγμα που μαθαίνεις είναι ότι σχεδιάζει τη δολοφονία της τελούσα εν πλήρη αγνοία συζύγου του – και πράγματι, εάν δεν τον σταματούσε ο πράκτορας, θα σκότωνε αυτή την αθώα. Στο τέλος,  ο κύριος Welles ξεφυσώντας με δύναμη και καταϊδρωμένος, καρφώνεται σ’ ένα σπαθί που κρατά μία φιγούρα στην κορυφή μιας εκκλησίας: σύμβολο της θείας κρίσης, χωρίς αμφιβολία. 
Υποστηρίζουμε ότι η απόδοση του κυρίου Welles είναι ένα από τα λιγότερο πειστικά χαρακτηριστικά αυτής της ταινίας. Τουλάχιστον σ’ έναν απροκατάληπτο παρατηρητή, δεν πρόσφερε τη ψευδαίσθηση ότι ανήκει στο είδος των διεφθαρμένων πλασμάτων που ήταν οι ναζιστές  μανιακοί δολοφόνοι. Είναι απλώς ο κύριος Welles, ένας νέος ηθοποιός που κάνει μία ανώριμη  κακή ηθοποιία, σ’ ένα ρόλο όπου δεν είναι ιδιαίτερα πιστευτός –και αυτό είναι άλλο ένα από τα αδύναμα στοιχεία της ταινίας.
stranger2.jpgΤο σενάριο του "The Stranger", γραμμένο από τον Anthony Veiller είναι το πιο αδύναμο από τα υπόλοιπα στοιχεία της ταινίας –και αυτή η εκτίμηση συμπεριλαμβάνει την για ακόμα μία φορά χαζή ερμηνεία της Loretta Young, που υποδύεται τη γυναίκα του δολοφόνου. Όσον αφορά την υπόθεση αυτή δεν είναι μόνο απίθανη, αλλά επιπλέον η όλη δομή της ιστορίας αποκαλύπτει πολύ σύντομα όλο το μυστήριο και το σασπένς, που κανονικά θα έπρεπε να έχει μία τέτοια ιστορία.  Συνεπώς, το όλο εγχείρημα, γίνεται μία ρουτίνα και ένα μηχανικό κυνηγητό μεταξύ γάτας και ποντικιού, με το φινάλε εντελώς προφανές, παρά μερικών ευφυών ανατροπών. 
Είναι αλήθεια ότι ο κύριος Welles διευθύνει την κάμερα με μερικά εντυπωσιακά αποτελέσματα, με φωτεινές και ενδιαφέρουσες γωνίες οι οποίες βασίζονται στην τεχνική του. Ο τύπος ξέρει πώς να προσδίδει δυναμικότητα στην παρουσία της κάμερας, καθώς αφηγείται μια ιστορία. Και είναι αλήθεια, επίσης, πως ο Edward G. Robinson καλώς περιορίζεται στον ρόλο του αδυσώπητου ντεντέκτιβ και πως ο Billy House δίνει μία έξοχη ερμηνεία ως ο κουτσομπόλης υπάλληλος της μικρής πόλης. Αλλά όλη η ταινία, προσφέρει τελικά ένα αναιμικό και στημένο σόου.