του Kane Parsons 
(κριτική: Σωτήρης Ζήκος) 
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_backrooms.jpeg

Το βασικό επίτευγμα τούτης της ταινίας δεν είναι οι όποιες συμπαραδηλώσεις της (τι να σημαίνουν όλα αυτά;) αλλά η επιτυχημένη πραγμάτωσή της, κατά τη θέαση της στην αίθουσα, στο ζητούμενο της σημερινής εποχής, όσον αφορά σε ταινίες που απευθύνονται πρωτίστως σε νεανικό κοινό: «κατά πόσο μπορεί να τους συν-κρατήσει αμείωτη την προσοχή -χωρίς ν' ανοίξουν το κινητό τους». Και πράγματι το καταφέρνει επαρκώς (όπως διαπίστωσα, ιδίοις όμμασοι, παρατηρώντας τους συν-θεατές μου). Μέσα από μια αλληλουχία μοτίβων-σκηνών, μιας ήπιας “μοναχικής” (μη) δράσης, σαν ένα πέρασμα μυστικό / μυστικιστικό σε μια “παράλληλη” διάσταση, όπου κάθε τόσο “το πάει παραπέρα” και κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι που μοιάζει σαν υπερβατικό και ανεξήγητο, ενώ παραμένει, ως χώρος εξερεύνησης, σ' έναν συμβατικό υπόγειο “λαβύρινθο”. Αλλά μέχρι εκεί, χωρίς να πηγαίνει κάπου βαθύτερα, χωρίς κάποια περαιτέρω σημαίνουσα δραματουργική ουσία: σαν ένα ασαφές, αν και επιδραστικό (απορητικά) κενό νοήματος. Διότι και η όποια τελική επεξήγηση της αφήγησης στην τελική, ότι όλα αυτά τα “απίθανα” συμβαίνοντα στους υπόγειους, απόκρυφους χώρους, αποτελούν κάτι σαν προεκτάσεις των φανταστικών /φαντασματικών ψυχικών διαταραχών των βασικών προσώπων, δεν φαίνεται να πείθουν. Όπως, ας πούμε, σαν παράδειγμα, υπήρξε κάποτε και η γνωστή δημοφιλής, σαν “ασαφής δημιουργικά” και η σειρά «Lost». Για ένα "σαν" εν προκειμένω! 

Backrooms (2026)  
σε σενάριο του Γουίλ Σούντικ 
σε σκηνοθεσία του Κέιν Πάρσονς