(Αμνετ)
της Chloé Zhao
(κριτική: Σωτήρης Ζήκος)![]()
Η ταινία είναι μια “υποκειμενική” μυθοπλασία που εξιστορεί βιο-γραφικά ποια ήταν στην τελική η βιωματική πηγή έμπνευσης του Σαίξπηρ για τη συγγραφή του Άμλετ. Άρτια ταινία “καλλιτεχνικά” δηλαδή από τη μια αναπαραστατικά: με κάδρα που θυμίζουν πίνακες κλασικής ζωγραφικής και από την άλλη με μια υπέροχη Τζέσι Μπάκλεϊ στο ρόλο της Άνιες να ζωντανεύει υποκριτικά κάθε σκηνή και να κλέβει την παράσταση, εκφράζοντας δυναμικά μια ευρεία γκάμα συναισθημάτων, όχι μόνο και τόσο στις φραστικές της αντιδράσεις και τις σωματικές της πόζες, αλλά κυρίως στα βουβά, κοντινά πλάνα στο πρόσωπό της. (Κι αυτό είναι κάτι κοινό στο οποίο ομονοούνε θετικά όσοι εκθειάζουν την ταινία και όσοι την αξιολογούνε κριτικά, όπως κι εγώ.)
Κι αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα εδώ, αφορά πρωτίστως στο σενάριο το οποίο είναι μια διασκευή του ομότιτλου μυθιστορήματος της (συν-σεναριογράφου) Μάγκι Ο' Φάρελ. Καθώς πρόκειται για μια μυθοπλαστική “ολική επαναφορά”αναθεώρησης των κοινωνικό-ιστορικών δεδομένων στην Αγγλία του 1580, άκρως αναχρονιστική σε πολλαπλά επίπεδα. Καθώς όλες συμπεριφορές είναι τόσο τωρινές, και απλώς “ντυμένες” με κοστούμια και διάκοσμο μιας άλλης εποχής, σαν να παρακολουθεί κανείς μια θεατρική παράσταση που φέρνει κάποια δρώμενα “παλιά” πιο κοντά στις αντιλήψεις του σημερινού κοινού για να το συγκινήσει.
Διότι τότε οι ερωτευμένοι νέοι δεν πρωτοέκαναν σεξ σε τραπέζια της κουζίνας, πριν αυτό γίνει μια κυριαρχική “εικόνα” ερωτικού πάθους με τον Τζακ Νίκολσον και την Τζέσικα Λανγκ.
Διότι τότε, ακόμα και πιο δεμένες, λειτουργικές οικογένειες δεν “πόζαραν”, δηλαδή δεν στήνονταν στις συναντήσεις τους με “πόζες” αγαπησιάρικες και χαμόγελα ευτυχίας γιατί δεν είχαν εκπαιδευτεί πώς να το κάνουν από τη συνεχή φωτογραφική ή βίντεο καταγραφή.
Διότι τότε τα παιδιά έπαιζαν παιχνίδια παραστατικά με άλλα παιδιά και όχι με τους γονείς τους, πόσο μάλλον με τον “πολυάσχολο” μπαμπά τους,. Διότι τότε τα ζευγάρια έκαναν πολλά παιδιά έχοντας ως δεδομένο (διαδεδομένο, όπως λέει η πεθερά της Άνιες) ότι θα έχαναν αρκετά από αυτά, αναπόφευκτα, κι ωστόσο η ζωή τους θα συνεχιζόταν. Χωρίς πένθος βαρύ.
Γιατί οι άντρες τότε έφευγαν μακριά από την οκογένεια και έλειπαν για καιρό, είτε γιατί τους στρατολογούσαν σε κάποιον πόλεμο είτε για να βιοποριστούν, όπου υπήρχε προσφορά εργασίας ή πελατεία για την τέχνη που εξασκούσαν. Επιβίωναν, όπως μπορούσαν.
Ενώ εδώ προκύπτει ένας αναχρονισμός απόλυτος ... όπου ένα τωρινό μελόδραμα επιχειρεί να μας οδηγήσει στο πώς προέκυψε ένα αριστούργημα θεατρικό, όπως η τραγωδία Άμλετ.
Κι αν κάτι μένει, σαν άξιο παρατήρησης και θαυμασμού, είναι η τελευταία σκηνή στην οποία αναμετριούνται δύο πόλοι ισχυροί: ο «Άμλετ» στην σκηνή και η Άνιες / Τζέσι Μπάκλεϊ με τις μεταμορφώσεις της, που αλληλοεπιδρούν δημιουργώντας σταδιακά ένα δραματουργικό πεδίο με ισχυρά επι-δραστική διαφορά δυναμικού στον θεατή της ταινίας.
Αμνετ / Hamnet (2025)
της Κλόι Ζάο



