του  Clint Bentley
(κριτική: Σωτήρης Ζήκος) 
  b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_train-dreams.jpg

Η ταινία αυτή, ομολογώ, δεν με συγκίνησε καθόλου, ούτε στιγμή, μάλλον έχω καρδιά από πέτρα. Μου φάνηκε από την αρχή κάτι σαν «Το μικρό σπίτι στο λιβάδι» αλλά όχι για μια οικογένεια μεγάλη, δεμένη, συμμετοχική, αλλά για μια “μοναχική” ρομαντική ύπαρξη διπλή: εκείνος κι εκείνη ερωτευμένοι, που μετά γίνεται τριπλή (με το μωρό τους) με θέα το ποτάμι, πολύχρωμη και φυσιολατρική, αλλά παράξενα και αδικαιολόγητα απολύτως απομονωμένη... (Επιρροές από το «Walden» του Χένρι Ντέιβιντ Θόρω φορμαρισμένες με πινελιές αισθητικής ροής που θυμίζουν την κινηματο- “γραφική”  μανιέρα που δίδαξε ο Τέρενς Μάλικ;) Πού είναι όμως οι συγγενείς και οι φίλοι αυτού του ζευγαριού με το παιδί; Πού είναι οι πρώην συντοπίτες τους ή έστω οι ενορίτες της εκκλησίας όπου γνωρίστηκαν; Γιατί απουσιάζουν όλοι αυτοί; Και περαιτέρω, προκύπτουν κι ένα σωρό άλλα εύλογα ερωτήματα και απορίες: Γιατί ένας άντρας μιας τέτοιας εποχής, που υποχρεώνεται να λείπει για μεγάλα χρονικά διαστήματα για να εργαστεί σαν μεροκαματιάρης υλοτόμος “εγκατελείπει” μια γυναίκα μόνη με μικρό παιδί σε μια ερημιά όπου ελοχεύουν τόσοι κίνδυνοι πραγματικοί; Γιατί, όταν επιστρέφει κατά καιρούς, σαν αδειούχος εκείνος μ' εκείνη, μέσα στην ξύλινη καλύβα τους, δειπνούν με τόσα αναμμένα κεριά και μια γκαζό-λαμπα στην οροφή,  ξοδεύοντας για μια “ρομαντική” φωτιστική ατμόσφαιρα έξοδα περιττά, σαν νά'ναι αριστοκράτες; Η ταινία αυτή είναι -θαρρώ- μόνο μελό, όχι μελόδραμα, σκέτο μελό. Αλλά σεμνό και ταπεινό μελό, και επί τούτου λυρικό, με κάποια μνημονικά ίχνη από Θορώ. Που την αφηγείται εδώ, σαν πεζή μπαλάντα, με voice over, μια σχεδόν βαριεστημένη αντρική φωνή. Γιατί όμως; Τι θέλει να μας πει;

Train Dreams (2025) Netflix