του Jim Jarmusch
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
Όταν η κριτικός κινηματογράφου Pauline Kael, στις αρχές της δεκαετίας του 80, χαρακτήριζε τις ταινίες του πρωτοεμφανιζόμενου τότε Jim Jarmusch ως «χαμηλών τόνων μινιμαλιστικές παρωδίες της αμερικανικής ανομίας» δεν μπορούσε να φανταστεί τo εύρος της αποδομητικής διάθεσης και της παράδοξα κωμικής χαρτογράφησης της ανθρώπινης μοναξιάς από τον μετέπειτα αποκαλούμενο Πάπα του «ανεξάρτητου σινεμά». Παγιδευμένοι ανάμεσα στην κοινοτοπία, το συναισθηματικό κενό και τη μελαγχολία της ανθρώπινης ύπαρξης οι περιπλανώμενοι του ήρωες είχαν συχνά κάτι από το μπεκετικό θέατρο του παραλόγου, απαλλαγμένοι από τις συμβάσεις της γλωσσικής αφήγησης ή της σωματικής δράσης. Με το Father Mother Sister Brother, ο Jarmusch, θέτοντας στο επίκεντρο για πρώτη φορά τoυς οικογενειακούς δεσμούς, φαίνεται να επιστρέφει στις ανθολογίες του παρελθόντος (Mystery Train, Night on Earth και κυρίως στο Coffee and Cigarettes) αλλά και σε έναν τόπο όπου διαδραματίζονται ελάχιστα κι όμως συμβαίνουν πολλά (Stranger than Paradise, Paterson), συμπυκνώνοντας μεγάλο μέρος της φιλμογραφίας του με έναν πιο οικείο και συμπεριληπτικό τρόπο.
Ο τίτλος της ταινίας είναι κάπως παραπλανητικός, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά την περιπαικτική διάθεση του δημιουργού της. Εδώ δεν πρόκειται για μια οικογένεια, όπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, αλλά για τρεις διαφορετικές που το μόνο που τις συνδέει, σε μια πρώτη ανάγνωση , είναι η επανένωση, έστω και προσωρινή. Χωρισμένη σε τρία αυτόνομα κεφάλαια-επεισόδια που επικοινωνούν υπογείως με ένα αδιόρατο νήμα, η ταινία συνιστά ένα τρίπτυχο με πρωταγωνιστές έναν «Πατέρα», μία «Μητέρα» και δύο δίδυμα «Αδέλφια». Τρεις φαινομενικά ασήμαντες ιστορίες που εκτυλίσσονται σε τρεις διαφορετικές γωνιές του πλανήτη και φωτίζουν με ελλειπτικό και άκρως μινιμαλιστικό τρόπο την κοινότοπη αμηχανία των οικογενειακών σχέσεων, το εφικτό ή και ανέφικτο μιας στοιχειώδους επικοινωνίας. Στρέφοντας ωστόσο το βλέμμα του σε ό,τι συνιστά την οικογενειακή «αποξένωση» ο Jarmousch δεν τη δραματοποιεί, ούτε ηθικολογεί. Παρατηρεί απλώς με έναν τρόπο στοχαστικό, ελαφρώς ειρωνικό, ενίοτε μελαγχολικό αλλά διόλου επικριτικό, πρόσωπα, βλέμματα, λέξεις και σιωπές, που παρά τον θραυσματικό χαρακτήρα των ιστοριών που τις φιλοξενούν, υποκρύπτουν όχι μόνο μια παγιωμένη κατάσταση αλλά και ένα ευρύ φάσμα ιδεών και συναισθημάτων. Κάτω από την εσκεμμένα ακατάστατη ή επιμελημένα κομψή επιφάνεια, τη δυσπιστία και τις συμβατικές ευγένειες, τους ανταγωνισμούς και την ανάγκη για αποδοχή, πίσω από τα μυστικά και τα ψέματα, κρύβεται η ουσία των πραγμάτων. Η ταινία λειτουργεί παράλληλα και ως μια ευφυής μελέτη χαρακτήρων.
Το Father Mother Sister Brother, ασύνδετη παράθεση τεσσάρων λέξεων με το ανάλογο σημαινόμενο, διαπνέεται ωστόσο από μια αρμονία πολύτροπη, πίσω από την απλότητά του. Μια καλοδουλεμένη ποιητική σύνθεση σημείων, παραλλαγών και επαναλαμβανόμενων μοτίβων που ανακυκλώνονται για να αποκτήσουν τον γνώριμο στο έργο του Jarmusch εκκεντρικό, χαλαρά χιουμοριστικό χαρακτήρα. Αλλά και για να θυμίσουν με τον πιο γλυκόπικρο και τρυφερό τρόπο ότι τα μέλη της κλειστής κοινότητας που αποκαλούμε οικογένεια θα παραμένουν άγνωστα το ένα για το άλλο.



