(Μετά το κυνήγι)
του Luca Guadagnino
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου) ![]()
Στενοί φίλοι και συνεργάτες ετών, η Άλμα κι ο Χανκ, καθηγητές Φιλοσοφίας της Ηθικής στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ, λίγο πριν τη μονιμοποίησή τους κι οι δύο, θα δουν τη σχέση τους να δοκιμάζεται όταν η αγαπημένη φοιτήτρια της Άλμα, Μάγκι, θα κατηγορήσει το Χανκ για σεξουαλική κακοποίηση. Ο Χανκ λέει στην Άλμα, που είναι κι επιβλέπουσα του διδακτορικού της Μάγκι, πως το κορίτσι έχει κάνει λογοκλοπή εκείνος το ανακάλυψε και γι’ αυτό τώρα τον κατηγορεί. Η Άλμα δεν είναι σίγουρη τι έχει συμβεί, αλλά σκεπτόμενη και την καριέρα της προσπαθεί να μείνει ουδέτερη. Πιέζεται, όμως, από παντού και παρά τη στήριξη του άνδρα της αρχίζει σωματικά, αλλά και ψυχικά να καταρρέει...
Ταινία που κεντράρει την πλοκή της στην πολιτική ορθότητα και στο πνεύμα ηθικής της εποχής, βάζει όμως πιο διαχρονικά διλήμματα ηθικής ως ερωτήματα, το Μετά το κυνήγι του Λούκα Γκουαντανίνο σε σενάριο Νόρα Γκάρετ πραγματεύεται το πού μπορούν να φτάσουν οι άνθρωποι για να πετύχουν τις φιλοδοξίες τους σ’ ένα περιβάλλον ανταγωνιστικό, καταδεικνύει την ηθικό-ψυχολογική πτώση κι υποκρισία πίσω απ’ το άμεμπτο φαίνεσθαι, αλλά αποδίδει και την αξία που αντιστοιχεί στον θεωρητικό-φιλοσοφικό τους λόγο. Το λεκτικό πινγκ-πονγκ των αντιμαχόμενων επιχειρημάτων είναι τόσο πυκνό νοημάτων και γρήγορο που ίσως δυσκολέψει ανά στιγμές τους θεατές, δεν θα στερηθούν όμως κάτι εξαιτίας αυτού, μια και το να προσλάβει κανείς όλο το περιεχόμενο της διαλεκτικής εδώ, δεν είναι τόσο σημαντικό όσο ν’ αντιληφθεί την ανάγκη να επανέλθει η λειτουργία της στο δημόσιο βίο και στις συζητήσεις μας, κάτι που στην πραγματικότητα είναι κι ο βασικότερος στόχος της ταινίας που φιλοδοξεί να λειτουργήσει κι η ίδια ως έναυσμα.
Αυτός είναι κι ο λόγος της αποστασιοποιημένης οπτικής της αφήγησης, του ψυχρού και μεθοδικού τρόπου με τον οποίο ξεφλουδίζει, μ’ ακρίβεια χειρουργική, σ’ ένα περιβάλλον εσκεμμένα τόσο ελιτίστικο που δεν επιτρέπει εύκολα ταυτίσεις, το ηθικό φαίνεσθαι της Άλμα αλλά και όλων των υπόλοιπων. Η κάμερα δεν ταυτίζεται με τη ματιά της Άλμα ως πρωταγωνίστριας (πολύ καλή η Τζούλια Ρόμπερτς στη στεγνότητα που απαιτείται απ’ το ρόλο) κι ας την ακολουθεί, θέλοντας απ’ το θεατή ν’ αποφασίσει μόνος του πως θα νοιώσει. Η σκηνοθεσία εσκεμμένα δεν παίρνει θέση σχεδόν για τίποτα παρά μόνο για να μας θυμίσει το ταξικό πρόσημο ως συνιστώσα απαραίτητη στη συζήτηση και την γενικότερη ανάγκη ύπαρξης κάποιου είδους πιο γνήσιας ηθικής και ήθους στην κοινωνία. Το πανεπιστήμιο αναδεικνύεται ως κατεξοχήν χώρος πισώπλατων μαχαιρωμάτων και καθεστηκυίας υποκρισίας όπου η προσήλωση στους κανόνες της επικρατούσας ηθικής δεν εμπεριέχει καμία πίστη ή ήθος κι όπου το χαμηλό ταξικό πρόσημο, το να μην έχει δηλαδή κάποιος κάτι να ανταλλάξει ως όφελος -όπως θα δούμε και στην περίπτωση του Χανκ- μοιάζει να είναι εν τέλει η πιο σοβαρή αμαρτία.
Σ’ αντίθεση μ’ ό,τι μας είχε συνηθίσει μέχρι τώρα ο Γκουαντανίνο, αντικείμενο του πόθου εδώ δεν είναι ο Άλλος, αλλά ο εαυτός κι οι ατομικιστικές επιθυμίες και φιλοδοξίες. Η σωματικότητα έχει παραμεριστεί ως απόλαυση ή χαρά, υπάρχει, όμως, ως αυξανόμενη ενόχληση και πόνος τον οποίο η Άλμα θέλει να ναρκώσει, όπως ακριβώς έχει κάνει και με τα συναισθήματά της τα οποία το σώμα της βασικά εκφράζει. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σκληρότητας και συμφέροντος μέσα στην οποία όλοι γίνονται χειρότεροι προσπαθώντας να επιτύχουν αυτό που κυνηγάν και ταυτόχρονα υφίστανται την ίδια στάση κι απ’ τους άλλους, καθιστούν την ταινία ιδιότυπο ψυχολογικό θρίλερ στα μάτια του θεατή. Μοίρασμα εδώ δεν υπάρχει κι η εμπιστοσύνη καταπατιέται συνεχώς, αφού οι σχέσεις είναι μόνο εξουσίας κι όσοι αγαπούν, όπως ο ψυχαναλυτής σύζυγος της Άλμα και το Άλεξ, μπορούν έως και να κατηγορηθούν για την παθητικότητα και τους μόνιμους συμβιβασμούς -που μένει ως ερώτημα αν είναι ζητούμενο των σχέσεων- ή την άρνησή τους να δουν πως επιμένουν σ’ ένα χαμένο αγώνα.
Οι ήρωες του Μετά το κυνήγι εντάσσονται στη ρομερική παράδοση της ηθικής παραβολής που εδώ μοιάζει σε κάποιο βαθμό να κινείται γύρω απ’ τη φιλαυτία, ενσαρκώνοντας διαφορετικές θέσεις πάνω στο ίδιο ηθικό δίλημμα, απέναντι στο οποίο δείχνονται κατώτεροι, αλαζονικοί ή αγνοούν τις πραγματικές τους θέσεις. Με τη διαφορά ότι ο Ρομέρ τους αφήνει πάντα να υποστούν τις συνέπειες, ενώ ο Γκουαντανίνο θέλει επανόρθωση και να τους σηκώσει απ’ τα σκοτάδια τους. Ας αποδώσουμε λοιπόν στο ανθρωπιστικό του κίνητρο την πολύ συμβιβασμένη με το φαίνεσθαι της εποχής τελευταία σκηνή που πραγματικά δεν χρειαζόταν γιατί είναι σαν να αναιρεί αρκετά κι απ’ τα υπόλοιπα κι όχι στην -κατανοητή ωστόσο- διάθεση του σκηνοθέτη να μην βάλει την ταινία του στο στόχαστρο παραπάνω απ’ ότι θεωρεί ανάγκη.



