(Ο Κύριος των Νεκρών)
του David Cronenberg
(κριτική: Νίκος Οικονομίδης)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2425_the-shrouds.jpg

Στην πρώτη του κανονική ταινία, τις Ανατριχίλες, ο Κρόνενμπεργκ παρουσίαζε  μια ωμή απεικόνιση αυτού που είναι κατά βάση η φροϋδική λίμπιντο. Μια (σεξουαλική) ενέργεια που ρέει ανεξέλεγκτα προς όλες τις κατευθύνσεις και μεταδίδεται στην ταινία μέσα από ένα παράσιτο φαλικού σχήματος που μπαινοβγαίνει σε οπές. Οι (κοινωνικοί) δεσμοί καταλύονται, μια πρωτόγονη δύναμη απειλεί τους ουρανοξύστες του Τορόντο, και το τέλος προβλέπεται δυσοίωνο, με την ομοιογενοποιημένη μάζα των "μολυσμένων" να ετοιμάζεται για την έξοδό της προς τον κόσμο.
Ακολούθησαν πολλά δείγματα της σχέσης του σκηνοθέτη με την σεξουαλικότητα και την ψυχανάλυση, από το Rabid, που έμοιαζε με ένα είδος συνέχειας των Shivers με ένα πιο οργανωμένο σενάριο χαρακτήρων, μέχρι το αινιγματικό και μυστήριο, αλλά και μοναδικά αισθησιακό, Crash, και από τις παραλλαγές των σεξουαλικών εμμονών (και της διέγερσης που σχετίζεται πάντα με το καθεστώς της φαντασίωσης) στο αξεπέραστο Videodrome και το Dead Ringers μέχρι την πιο συμβατική απεικόνιση των ανησυχητικών δυνάμεων που η ψυχανάλυση ανακινεί στην Επικίνδυνη μέθοδο.
Ποτέ όμως δεν ήταν ένας ψυχρός μελετητής (όπως του προσάπτεται), και οι ταινίες του μπορεί να μην διαθέτουν την απαιτούμενη συνηθισμένη δραματική φόρτιση που συναντά κανείς σε συνηθισμένες ταινίες με "αρχή, μέση και τέλος", αποτελούν όμως συγκλονιστικά και μοναδικά έργα που προσφέρουν υψηλού επιπέδου απόλαυση, όχι νοητική, αλλά ΣΩΜΑΤΙΚΗ!
Γιατί ο κινηματογράφος του Κρόνενμπεργκ δεν αντιγράφεται; Γιατί δεν είναι τα εξωτερικά χαρακτηριστικά (του "body horror") που του προσδίδουν την ταυτότητά του, αλλά ένα προσωπικό όραμα, μια κινηματογραφική συνείδηση και μια προσωπική φιλοσοφία, που πατάει σε λογοτεχνικές κυρίως επιρροές, αλλά στην πραγματικότητα δε μοιάζει με καμία άλλη. Είναι γι αυτό που βλέπουμε σε πολλές ταινίες του να επινοείται ο κόσμος από την αρχή.
Μετά από κάποιες πιο συμβατικές μυθοπλασίες τις τελευταίες δεκαετίες επέστρεψε πριν τρία χρόνια με τα φανταστικά Εγκλήματα του μέλλοντος (όπου κατά την γνώμη μου συναντά και τον Κάφκα) και τώρα με το The Shrouds, δύο ταινίες που, πάλι κατά την γνώμη μου, είναι ίσως οι κορυφαίες του.
Ο Κύριος των Νεκρών είναι πράγματι η ιστορία ενός "κυρίου" που "είναι ειδικός στα σώματα", όπως ακούγεται στην ταινία (με μια γερή δόση αυτοσαρκασμού), ενός κομψού και καλοντυμένου άντρα (σε ενδυματολογική αντιπαράθεση με τον φουκαρά Μόρι, που τον ταΐζει φαγητά από deli όταν τον καλεί για να του λύσει προβλήματα) που τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της γυναίκας του ζει στο "μετά" , οργανωμένος σε μια ζωή ασεξουαλική και με μια   εμμονή σε ένα "πραγματικό" που τον ανακουφίζει: την δυνατότητα παρακολούθησης του ίδιου του πτώματος που αποσυντίθεται μέσω οθόνης. Αν στο Βιντεοδρόμιο η  τεχνολογική ιδέα βρισκόταν στο πεδίο της επιστημονικής φαντασίας (κι ακόμα παραπέρα), στα Σάβανα/ The Shrouds το τεχνολογικό εύρημα φαντάζει σαν μια ακόμη έκφανση της κυρίαρχης τάσης: της πίστης δηλαδή στην δυνατότητα πρόσβασης στο Πραγματικό μέσω της τεχνολογίας. Και αυτό που κάνει ο Κρόνενμπεργκ είναι, μέσα από έναν σατανικό σεναριακό μηχανισμό, όπου κάθε επόμενη σκηνή φέρνει ένα νέο στοιχείο που ανατρέπει τα δεδομένα της προηγούμενης (σε ένα κλιμακούμενο προς το τέλος κρεσέντο αλλεπάλληλων  αλληλοαντικρουόμενων ερμηνειών), μέσα από τη μορφή της μαύρης κωμωδίας, αλλά και μέσα από το συνεχές μπόλιασμα αυτής της νέας πραγματικότητας με δόσεις της Φαντασίωσης που επιστρέφει για να στηρίξει το σεξουαλικό, να υπονομεύσει την πραγματικότητα που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε, βάζοντας τον ήρωά του να αναφωνεί συνεχώς έκπληκτος "what?", ακριβώς γιατί η εμμονή  με το το Πραγματικό οδηγεί στο γενικευμένο παραλήρημα (που έλεγε κάποτε ο Λακάν), δηλαδή σε μια χωρίς όρια επιχείρηση ερμηνείας του (εκεί που δεν υπάρχει μια κυρίαρχη φαντασίωση που να στηρίζει την επιθυμία). Τα όρια πραγματικού και φανταστικού διαχέονται και ο ήρωας της ταινίας αποδεικνύεται πως είναι "ξένος σε μια ξένη χώρα" , ξαναβρίσκει όμως το αντικείμενο του πόθου του, μέσα από το πέρασμα του τραύματος (το σώμα της γυναίκας του ακρωτηριασμένο από τις επεμβάσεις) μέσα στο πεδίο της φαντασίωσης. Από αυτήν την άποψη, είναι οι εφιάλτες του που τον κρατούσαν τελικά ζωντανό. Και είναι τα απανωτά σενάρια (που διεγείρουν την κουνιάδα του σεξουαλικά) που τελικά τον λυτρώνουν (αφήνει τη νεκρή γυναίκα του στον τάφο μαζί με τον γιατρό της και υποτιθέμενο εραστή της), που δείχνουν τελικά δηλαδή ότι η λίμπιντο ρέει ελεύθερα, από σώμα σε σώμα, από αντικείμενο σε αντικείμενο, όσο το ζώο παραμένει ζωντανό. Δεν υπάρχει τελική αλήθεια, δεν υπάρχει υπέρτατος σκοπός (μπορούμε να αντιπαραθέσουμε το νόημα της ταινίας με αυτό του Τελευταίου πειρασμού), η ζωή συνεχίζεται μέχρι να σταματήσει (ας θυμηθούμε και το τέλος από το Eyes wide shut, κι ας είναι εκεί μαζί με την γυναίκα του ο ήρωας στο τέλος), και , όπως έλεγε και στο τέλος από το Φάννυ και Αλέξανδρος, σε ένα απόσπασμα από τον Στρίντμπεργκ: "Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί , όλα είναι δυνατά και πιθανά, ο χρόνος και ο χώρος δεν υπάρχουν".
"Θα θαφτείς δίπλα μου , σε έναν τάφο της GraveTech στην Βουδαπέστη", του λέει η νέα του γυναίκα, ενώ το αεροπλάνο χάνεται μέσα στα σύννεφα και τον ήλιο που ανατέλλει, στο πιο συγκλονιστικό φινάλε που έχουμε δει εδώ και πολλά χρόνια.
Μέσα από την απουσία ενός υπέρτατου όντος, μιας μεγάλης αλήθειας, μια αίσθηση απόλυτης ελευθερίας συνοδεύει το ελεύθερο πέταγμα. Πέρα από τα όρια, "ίσως την επόμενη φορά μωρό μου, ίσως την επόμενη"!