(για το Reservoir Dogs του Quentin Tarantino)
reserv2.jpg

Το Reservoir Dogs του Quentin Tarantino μας φέρνει σε επαφή με εικόνες και σημασίες, που έχουν γίνει εξαιρετικά ακριβοθώρητα στο σημερινό σινεμά. Εικόνες και σημασίες που σε κάποιες άλλες εποχές ήταν διάσπαρτες σε είδη ταινιών όπως τα γουέστερν, αλλά και χαρακτήριζαν το έργο σκηνοθετών, όπως ο Sam Peckinpah/ Σαμ Πέκινπα ή ο Jean-Pierre Melville/ Ζαν Πιερ Μελβίλ. Αναφερόμαστε σε ταινίες όπου στο κέντρο τους συναντάμε τον άνδρα και όπου οι μύθοι τους στήνονται γύρω από την ανδρική φιλία, τα παρεπόμενα της, τις επιπλοκές της και τις συγκρούσεις που αυτή συνεπάγεται.
Ο μύθος της ταινίας κινείται γύρω από μία συμμορία, τους Reservoir Dogs, καθώς αυτοί επιχειρούν μια ληστεία. Η σύγκρουσή τους με τους αστυνομικούς οδηγεί τη ληστεία στην αποτυχία και τη συμμορία στον αποδεκατισμό της. Ταυτόχρονα, τα επιζώντα μέλη καταλήγουν, μάλλον εύκολα, στο συμπέρασμα ότι κάποιος από τα μέλη της είναι πράκτορας της αστυνομίας. Η συγκέντρωση των επιζώντων είναι μια καλή ευκαιρία για απολογισμούς.
Είναι η προδοσία και η εξαπάτηση –η οποία συνεχώς περιφέρεται ανάμεσα στα πρόσωπα των μελών της συμμορίας-, που απειλεί τη συνοχή της και την οδηγεί τελικά στη διάλυση. Μια συμμορία που λειτουργεί με τους νόμους μιας ανδρικής παρέας, οργανωμένη γύρω από μια ισχυρή και επιβλητική πατρική εξουσία -αυτή του αρχηγού της. Ο κώδικας αξιών -που καθορίζει τις σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα των μελών της- είναι η ανδρική τιμή, η εμπιστοσύνη, η απόλυτη αποδοχή του Άλλου, η γενναιοδωρία. Κομβικό ρόλο μέσα στη συμμορία κατέχει ο Harvey Keitel / Χάρβεϋ Καϊτέλ, αφού στο πρόσωπο του συμπυκνώνονται όλες οι σημασίες και οι αξίες της ανδρικής φιλίας. Πρόσωπο που τελικά θα ορίσει μέσα στην αφήγηση με το θάνατο του και το συμβολικό τέλος της συμμορίας, την αναπόφευκτη διάλυση της (άμεση συνέπεια της κατάρρευσης του κώδικα αξιών).
reserv1.jpgΟ χώρος δράσης της ταινίας είναι μια αποθήκη, έσχατο καταφύγιο για τους κυνηγημένους και απέλπιδες της συμμορίας. Ο κλειστός χώρος και ο κίνδυνος της θεατρικότητας που αυτός κρύβει, διαλύεται μέσα στις συνεχείς χρονικές οπισθοδρομήσεις της αφήγησης (εξαιρετικά χρήσιμες για τη σχεδίαση των χαρακτήρων, καθώς προσφέρουν όλο το παρελθόν των βασικών προσώπων του δράματος σπάζοντας την ίδια στιγμή την θεατρικότητα του χώρου). Το στοιχείο του κλειστού χώρου -που σε άλλες περιπτώσεις θα οδηγούσε σε μια αφόρητη θεατρικότητα- εδώ γίνεται προωθητικό των νοημάτων της ταινίας. Είναι ακριβώς στην ταινία αυτή η ένταση του κλειστού χώρου -που μεταφέρει στο θεατή κάτι από την αμεσότητα της δράσης και την αλήθεια των προσώπων-, που συναντάμε και στο θέατρο. Περιορισμένος χώρος και πρόσωπα που προσπαθούν απεγνωσμένα να αποδράσουν από αυτόν: το δίπολο αυτό γίνεται εκρηκτικό, καθώς η αφήγηση επιμένει να υπογραμμίζει την απελπισία των προσώπων. Να σημειώσουμε εδώ την εξαιρετική χρήση της μουσικής (ροκ της δεκαετίας του 70), όπου δεν λειτουργεί μόνο ως στοιχείο ένωσης των πλάνων (ρακόρ), αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και το υπόγειο ενοποιητικό στοιχείο για μέλη της συμμορίας.
Στο Reservoir Dogs θα συναντήσουμε όλα τα στερεότυπα της εικόνας του άνδρα στο σινεμά δράσης: τη βιαιότητα, την ωμότητα, τη σκληρότητα. Ταυτόχρονα όμως θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το πάθος, την ανιδιοτέλεια, το χωρίς όρια δόσιμο στον Άλλο και τη φιλία, όπως αυτά παρουσιάζονται μέσα από τους κώδικες επικοινωνίας της ανδρικής παρέας. Η εικόνα του άνδρα που αναδύεται μέσα από την ταινία είναι μακριά από τις όποιες ευτελείς εκδοχές ενός διαφημιστικού λόγου και συνθέτει τελικά ένα πορτραίτο με τραγικές συνιστώσες. Στη διάρκεια της αφήγησης θα βρεθούμε αντιμέτωποι με την πλήρη απουσία της γυναίκας (εκτός από μιας εξαίρεσης). Η γυναίκα βρίσκεται παρούσα μόνον ως αναφορά μέσα από τον ανδρικό λόγο. Ένα λόγο, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως φαλλοκρατικός και εγωκεντρικός. Η απουσία της γυναίκας, πέρα ότι σηματοδοτεί ένα κόσμο απόλυτα ανδρικό -μη ετεροκαθοριζόμενο και τελικά αυτάρκη-, ορίζει όμως την ίδια στιγμή και ένα κόσμο αδιέξοδο, μη γόνιμο, ένα κόσμο θανάτου.
Το τέλος της ταινίας είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό τόσο για την πραγματική φύση της ανδρικής φιλίας, όσο κυρίως για τα αδιέξοδα και τις αυταπάτες της. Είναι τελικά ο ομοφυλόφιλος -ένα πρόσωπο που συνεχώς υπενθυμίζει την ανάγκη μιας ψυχρής επαγγελματικής συμπεριφοράς-, που διασώζεται. Σ’ ένα χώρο όπου αυτό που περισσεύει είναι το πάθος και η ανιδιοτέλεια, αυτός επιμένει να υπενθυμίζει τον ορθολογισμό και την κυνικότητα. Στη τελευταία σκηνή θα αποδράσει από τον κλειστό χώρο της αποθήκης μαζί με την λεία της ληστείας και τα κατεστραμμένα αισθήματα των συντρόφων του. Αφήνοντας πίσω του τα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας, βουτηγμένους στο αίμα, χαμένους μέσα στις αυταπάτες τους και τις κατεστραμμένες και προδομένες σχέσεις τους...

Δημήτρης Μπάμπας