του Diego Ongaro
bob-and-trees.jpg

Πορτραίτο ενός ξυλοκόπου στην βαθιά και μάλλον ανεξερεύνητη από τον κινηματογράφο Αμερική, η ταινία είναι παράλληλα και μια σπάνια απεικόνιση ενός αγροτικού τρόπου ζωής.
Ο 50χρονος Bob ζει στην αγροτική Μασαχουσέτη. Ακούει χιπ-χοπ και είναι μανιακός με το γκόλφ στο χιόνι. Ασχολείται με την κτηνοτροφία και τη δασική εκμετάλλευση –είναι ξυλοκόπος. Έχει αγοράσει τα δικαιώματα εκμετάλλευσης μιας δασικής έκτασης και εργάζεται σκληρά για να αποσβεστεί η επένδυση που έχει κάνει. Ωστόσο τα πράγματα το χειμώνα δεν πάνε καλά για τον Bob. Ανακαλύπτει ένα από τα ζώα του τραυματισμένο από κάτι που δεν μπορεί να προσδιορίσει. Επιπλέον, τα δένδρα που κόβει είναι τα περισσότερα καταστραμμένα και χωρίς κάποια αξιοσημείωτη εμπορική αξία. Ο Bob αισθάνεται ότι οι σταθερές της ζωής του κλονίζονται.
Ο σκηνοθέτης επιλέγει ένα ρεαλιστικό ύφος γραφής –κάτι μάλλον σπάνιο για το Αμερικάνικο σινεμά. Δεν είναι μόνο η κάμερα στο χέρι που ακολουθεί τον ήρωα, αλλά και επιλογές των ηθοποιών, που όλοι τους είναι μη επαγγελματίες: κάτι που εντάσσει την ταινία στο χώρο του νεορεαλισμού. Παρακολουθώντας τη ζωή του Bob σε μια συγκεκριμένη δύσκολη περίοδο της ζωής του, με τρόπο γραμμικό και ευθύγραμμο, η σκηνοθεσία σχεδιάζει ένα σπάνιο για τον αμερικάνικο κινηματογράφο πορτραίτο: έναν άνθρωπο εν ώρα εργασίας, στην καθημερινότητα της ζωής του. Ό,τι δράμα υπάρχει στην ταινία είναι το δράμα της αληθινής ζωής: οι δυσκολίες του βιοπορισμού και ο αγώνας να υπερπηδηθούν. Και είναι ακριβώς αυτό που κάνει την ταινία να διαθέτει κάτι από τη δύναμη της αληθινής ζωής.

Δημήτρης Μπάμπας