ή (Η απρόσμενη αρετή της αφέλειας)
του Alejandro González Iñárritu
birdman-2.jpg

 «Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις».
Απολείπειν ο θεός Aντώνιον, Κ.Π. Καβάφης

Αντιμέτωπος με ό,τι θεωρείται ως κρίση της μέσης ηλικίας, δηλαδή την επιτακτική εκπλήρωση των ανεκπλήρωτων επιθυμιών, ο ήρωας της ταινίας μάχεται με αντιπάλους τους δαίμονες της ύπαρξης και τις απαιτήσεις της τέχνης.
Τον Riggan Thomson, κεντρικό ήρωα της ταινίας υποδύεται ο Michael Keaton (που υποδύθηκε τον Bruce Wayne στις ταινίες Batman (1989) και Batman Returns (1992). Με θητεία σε χολιγουντιανά blockbuster του τύπου X-Men, ο ήρωας επιχειρεί μια αλλαγή πορείας. Λίγο πριν την πρεμιέρα θεατρικού έργου στο Broadway, ο Riggan Thomson αισθάνεται να βυθίζεται στο χάος. Προσπαθεί να διασώσει το επερχόμενο ναυάγιο της πρεμιέρας, ενώ παράλληλα ακροβατεί, προσπαθώντας να ισορροπήσει τις απαιτήσεις των προσωπικών του σχέσεων: Είναι η ερωμένη του που έχει μείνει έγκυος, η κόρη του (Emma Stone) που μόλις έχει ολοκληρώσει το πρόγραμμα απεξάρτησης, ο συμπρωταγωνιστής του που τον ανταγωνίζεται ( στο ρόλο Edward Norton που υποδύθηκε τον Incredible Hulk, 2008)…
Στην ταινία ρίχνει βαριά τη σκιά του ο Raymond Carver (1938 -1988), ένας αμερικάνος συγγραφέας που διέπρεψε για το μινιμαλισμό και το «βρώμικο ρεαλισμό» του ύφους του. Μια θεατρική διασκευή του έργου Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη (κυκλοφορεί σε μετάφραση Γιάννη Τζώρτζη, Απόπειρα, 1993) ανεβάζει ο κεντρικός ήρωας της ταινίας. Ενώ προμετωπίδα της ταινίας είναι το επιτάφιο χάραγμα του Raymond Carver:
«-Και πήρες ό,τι ήθελες από τη ζωή.
-Πήρα.
-Και τι ήθελες;
-Να με αγαπούν, να αισθάνομαι ότι με αγαπούν»
Και είναι αυτή η τελευταία φράση που μοιάζει να αποτελεί το αίτημα του ήρωα.
birdman.jpg
Η διασημότητα (και τα βάρη της), η ματαιοδοξία και ο ναρκισσισμός, το χάος των σχέσεων, η υποκριτική και ο αγωνίες της, οι ανασφάλειες και οι υστερίες της καλλιτεχνικής πράξης, η (κριτική) αποδοχή και η δημιουργία: αυτά διαπλέκονται στον καμβά της ταινίας. Κεντρικό μοτίβο και αίτημα του ήρωα στην ταινία, αλλά και των ηρώων του Raymond Carver είναι η αποδοχή, δηλαδή η αγάπη των άλλων. Ωστόσο αυτή η αγάπη και η αποδοχή αιτείται, όταν ο ήρωας βρίσκεται εν κενώ: αντιμέτωπος με μια καλλιτεχνική στροφή, με την εκπλήρωση ενός ανεκπλήρωτου καλλιτεχνικού οράματος, το ανέβασμα ενός «σοβαρού» θεατρικού έργου από αυτόν έναν ηθοποιό ταινιών δράσης του Χόλιγουντ. Κομβική είναι, λοιπόν, η αντίθεση στη δραματική πλοκή ανάμεσα στην «Υψηλή Τέχνη» που αντιπροσωπεύει το θέατρο και ο Raymond Carver και τη χαμηλή «pop culture», των κόμικ υπερ-ηρώων και του σύγχρονου χολιγουντιανού σινεμά. Και είναι αυτό το τελευταίο που περιγράφεται στην ταινία ως μια «πολιτισμική γενοκτονία», ως μια ισοπέδωση της δημιουργικότητας.
Αν και ενέχουν τη θέση ενός σχολίου σχετικά με το πολιτισμό στις ΗΠΑ, ωστόσο τα προηγούμενα δεν συνιστούν τον πυρήνα της ταινίας. Συνιστούν όμως τις συντεταγμένες της θέσης του ήρωα: ο ήρωας βρίσκεται φυλακισμένος ή καλύτερα εγκλωβισμένος στις επιταγές της διασημότητας που έχει οικοδομήσει, στο κουστούμι του υπερ- ήρωα που έχει υποδυθεί: βρίσκεται σ’ ένα αδιέξοδο στη (καλλιτεχνική αλλά και προσωπική) διαδρομή της ζωής του. Και μοναδικός δρόμος διαφυγής, το άλμα στο κενό, η θεατρική πράξη της δημιουργίας.
 
Χαρακτηριζόμενη από μια υπόγεια υποκειμενικότητα, η αφήγηση της ταινίας είναι ένας κρυφός φόρος τιμής στον εξπρεσιονισμό (και αυτό όχι μόνο εξαιτίας της ευρύτατης χρήσης των ευρυγώνιων φακών). Η συνεχής και αδιάκοπη ροή εικόνων –μια υπενθύμιση του Alexander Sokurov και της ταινίας του Russian Ark (2002)-, η απουσία μοντάζ, είναι η ιδιαιτερότητα της ταινίας: εδώ ο εσωτερικός χρόνος της ταινίας είναι ενιαίος και αδιάσπαστος και ταυτίζεται με τους εσωτερικούς χρόνους του ήρωα. Χωρίς παύσεις, λοιπόν, αλλά με συγκοπές, με το ρυθμό των τυμπάνων να επανέρχονται ως ένα σόλο τζαζ αυτοσχεδιασμού, η ρυθμική βάση της ταινίας, το διαρκώς διαφεύγον beat της, σημαδεύει τον ήρωα: αναζητά έναν σταθερό ρυθμό και αδυνατεί να τον βρει. Η ίδια η τοπικότητα της ταινίας μοιάζει να επιτείνει τον εγκλωβισμό του ήρωα: η δράση περιορίζεται στο εσωτερικό ενός θεάτρου (τη σκηνή, τα παρασκήνια και τα περίχωρα του) με την κάμερα διαρκώς να αναζητά μια διαφυγή και να μην τη βρίσκει. Τα φωτεινά λαμπερά χρώματα -ψυχρό μπλε και κόκκινο- , τα φώτα του παρασκηνίου, τα φώτα της ράμπας , αλλά και τα φώτα από τις μαρκίζες του Broadway, οικοδομούν το χώρο και τα όρια που κινείται ο ήρωας: οι αντανακλάσεις τους είναι παράλληλα και μια μάσκα που καλύπτει το πρόσωπο του ήρωα. Μακρυά από τα φώτα, στο σκληρό φως της ημέρας είναι οι ρυτίδες του που γίνονται εμφανείς -τα σημάδια του χρόνου και της βιωμένης εμπειρίας.
Μέσα σ’ αυτό το μάλλον ασφυκτικό περιβάλλον, ως ένας αληθινός υπερ -ήρωας αποφασισμένος να διεκδικήσει ότι του λείπει –δηλαδή την ελευθερία του να είναι αληθινός με τα συναισθήματα του- ο ήρωας δεν έχει παρά μία μόνο επιλογή: «Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος» κάνει το άλμα στο κενό…

Δημήτρης Μπάμπας