του Λυμπέρη Διονυσόπουλου 
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_dario-argento.jpg

Ποιος είναι ο Dario Argento;
Γιατί ο Guillermo del Toro, ο φετινός νικητής του Όσκαρ σκηνοθεσίας, παλεύει με νύχια και με δόντια για να κυκλοφορήσει μια νέα, επεξεργασμένη εκδοχή μιας εκ των γνωστότερων ταινιών του Argento, του Suspiria, στις αίθουσες;
Γιατί μια από τις πιο πολυαναμενόμενες ταινίες του 2018 είναι το remake αυτής της ίδιας ταινίας, δια χειρός Luca Guadagnino (σκηνοθέτης του Call me by your name);
Γιατί ο Nicolas Winding Refn, ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους ευρωπαίους δημιουργούς του 21ου αιώνα, έχει βάλει σκοπό να γίνει ο στιλιστικός διάδοχός του;
Γιατί ο John Carpenter, ένας από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες ταινιών τρόμου, υποστηρίζει πως το Halloween, η ταινία που κατά πολλούς είναι η καλύτερή του, χρωστάει την ύπαρξή της στον Argento;
Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε τις παραπάνω ερωτήσεις μελετώντας το έργο αυτού του μεγάλου δημιουργού.


O Argento ξεκίνησε την κινηματογραφική του σταδιοδρομία ως κριτικός του σινεμά σε διάφορα περιοδικά και εξελίχθηκε σε σεναριογράφο, με γνωστότερη εκείνης της εποχής δουλειά του τη συν- συγγραφή της ιστορίας του Κάποτε στη Δύση /  C'era una volta il West  του Sergio Leone με τον ίδιο και τον Bernardo Bertolucci. Η καριέρα του Argento όμως, ως σκηνοθέτη, ξεκίνησε με το Το Πουλί με τα Κρυστάλλινα Φτερά / L'uccello dalle piume di cristallo (1970), ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο το οποίο προδίδει ορισμένες από τις στιλιστικές και θεματικές εμμονές που θα απασχολήσουν τον δημιουργό καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του και ταυτόχρονα μαρτυρά το ξεκίνημα μιας συγκλονιστικής φιλμογραφίας. Ο σκηνοθέτης είναι περισσότερο συνδεδεμένος με το υποείδος που ακούει στο όνομα Giallo, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια μίξη μυστηρίου με στοιχεία τρόμου, έντονο αισθησιασμό και χρήση του χρώματος και αίσθηση του στυλ. Είναι γνωστότερο για την τεράστια επιρροή που είχε στο slasher είδος, αποκτώντας στο πέρασμα του χρόνου το παρατσούκλι ‘’spaghetti slasher’’. Αυτή η σύνδεση μεταξύ του σκηνοθέτη με το Giallo γίνεται απόλυτα κατανοητή και αποδεικνύεται από τη συγκεκριμένη ταινία, η οποία παραμένει ως ένα από τα πιο λαμπρά παραδείγματα αυτού του είδους. Όπως υποστηρίζει ο στενός συνεργάτης του Argento, Michele Soavi, μπορεί ο Mario Bava να ήταν εκείνος που ξεκίνησε αυτό το υποείδος όμως ο Argento ευθύνεται για την ανάδειξή του. Η τάση του Argento να προβάλει στη διάρκεια του καλοραμμένου μυστηρίου που έχει χτίσει άψογα σκηνοθετημένες σκηνές φόνου, οι οποίες αναγκαστικά βάζουν το θεατή σε μια σχεδόν ηδονοβλεπτική θέση συνένοχου και ανήμπορου να δράσει συμμέτοχου, άξια κέρδισε τις αμέτρητες συγκρίσεις με τον μετρ του σασπένς Alfred Hitchcock. Εντυπωσιακή επίσης είναι η προσοχή στη λεπτομέρεια κάθε τομέα, από την άψογη καλλιτεχνική διεύθυνση μέχρι την αψεγάδιαστη φωτογραφία του μεγάλου Vittorio Storaro. Η ανατριχιαστική ατμόσφαιρα που καταφέρνει να δημιουργηθεί οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο συνδυασμό της έξυπνης χρήσης του φωτός, του σωστού ρυθμού μέσω του εξαιρετικού μοντάζ και της συνταρακτικά απόκοσμης μουσικής ενός από τους σημαντικότερους συνθέτες που έχουν περάσει ποτέ από το σινεμά, του Ennio Morricone. Το πόσο σημαντικό έργο υπήρξε Το Πουλί με τα Κρυστάλλινα Φτερά φαίνεται από το γεγονός του πόσο έντονη υπήρξε η επιρροή του σε μεταγενέστερες ταινίες. Ένα παράδειγμα αυτής είναι η σκηνή όπου βλέπουμε τα πράγματα μέσα από τα μάτια του δολοφόνου μέσω ενός P.O.V. πλάνου, κάτι που συναντάμε σε έργα όπως το Black Christmas του Bob Clark, το Halloween του John Carpenter, το Blow Out του Brian De Palma- η γενική επιρροή της συγκεκριμένης ταινίας είναι εμφανής και σε άλλα έργα του συγκεκριμένου δημιουργού, όπως το Dressed to Kill και το Sisters.
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_cat-with-9-tails.jpg
Οι μεγάλες προσδοκίες που δημιουργήθηκαν με το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Argento ικανοποιήθηκαν ελαφρώς με τις δύο ακόλουθες ταινίες του, το Η Γάτα με τις Εννιά Ουρές/Il gatto a nove code(1971)- η οποία, σύμφωνα με τον Argento και παρά την θετική ανταπόκριση κοινού και κριτικών, είναι η λιγότερο αγαπημένη ταινία του που έχει σκηνοθετήσει- και το Τέσσερις Μύγες σε Πράσινο Βελούδο /4 mosche di velluto grigio (1971), οι οποίες και ολοκλήρωσαν την Τριλογία των Ζώων. Αυτές οι προσδοκίες όμως ξεπεράστηκαν με την έλευση του Deep Red, ενός εκ των κορυφαίων ταινιών του δημιουργού και μια από τις καλύτερες ταινίες μυστηρίου στην ιστορία. Ο Argento αποδεικνύει για ακόμη μία φορά τη μαεστρία του όσον αφορά τη διατήρηση του ρυθμού, του βασικού συστατικού για μια γεμάτη σασπένς σεκάνς. Οι έντονες επιρροές του Bava και του Χίτσκοκ είναι και εδώ εμφανείς, όμως ο σκηνοθέτης ήδη έχει ξεκινήσει να αποκτάει δικό του προσωπικό ύφος, κάτι που καθιστά την ταινία πολλά παραπάνω από μια απλή απομίμηση. Η ταινία έχει το προτέρημα να είναι αυτή που σηματοδότησε μια από τις πιο θρυλικές συνεργασίες του σινεμά, αυτή του Argento με το συγκρότημα Goblin. Η εξαιρετική μουσική υπόκρουση των Goblin καταφέρνει να εισάγει την απαραίτητη αίσθηση άγχους και έντασης και με αυτό τον τρόπο, η κάθε σκηνή που συνοδεύεται από μουσική γίνεται αξέχαστη. Οι ερμηνείες στις ταινίες του Argento είναι συνήθως ο τομέας που δέχεται την περισσότερη κριτική και χαρακτηρίζεται ως ένα από τα πιο αδύναμα σημεία των έργων του. Στην προκειμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ισχύει καθώς το Deep Red / Profondo rosso (1975) περιέχει μια εξαιρετική ερμηνεία από τον πρωταγωνιστή, τον David Hemmings, ο οποίος είναι μια από τις πιο εμβληματικές παρουσίες στην ιστορία του κινηματογράφου, εξαιτίας της θρυλικής του παρουσίας στο εξίσου θρυλικό Blow Up του Michelangelo Antonioni. Το πιο συναρπαστικό στοιχείο της ταινίας αποδεικνύεται το σενάριο, καθώς πέρα από την πανέξυπνη ανάπτυξη της γεμάτης ανατροπές πλοκής, έχει κυρίως ανθρωποκεντρική υπόσταση. Οι χαρακτήρες δεν είναι απλά πιόνια που λειτουργούν μόνο προς όφελος της λύσης του μυστηρίου αλλά είναι πολυδιάστατοι ήρωες με υπόβαθρο, των οποίων η κάθε ατάκα προσδίδει και ένα ακόμα κομμάτι στη συνολική τους εικόνα. Από τα βασικά χαρακτηριστικά της ταινίας είναι η χρήση πρωτότυπων γωνιών λήψης και εντελώς ασυνήθιστων καδραρισμάτων και εξίσου εξαιρετική είναι η λειτουργία της σκηνοθεσίας σε βάθος πεδίου. Η ταινία είναι βουτηγμένη στο αίμα, όμως πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει η διάσταση η οποία αποκτάει η κάθε σκηνή βίας στα χέρια του Argento. Κάθε τέτοια σκηνή λειτουργεί ως καμβάς και το κόκκινο του αίματος σαν πολύτιμο χρώμα, καθιστώντας την με αυτό τον τρόπο κάτι πολύ πιο ιδιαίτερο από μια απλή σκηνή φόνου, ένα μικρό βίαιο έργο τέχνης, κάτι που φέρνει πιο κοντά συναισθηματικά το κοινό στην κάθε εν λόγω στιγμή. Πρωτοποριακή είναι επίσης η χρήση του ήχου και της μουσικής προς όφελος της ατμόσφαιρας. Η επιλογή ενός νανουρίσματος, ακούσματος που σηματοδοτεί ηρεμία και αθωότητα, να συνδεθεί με την παρουσία του δολοφόνου δεν είναι τίποτα λιγότερο από ευφυΐες, κάτι που φαίνεται από την πολλαπλή χρήση του ίδιου τεχνάσματος- ένα τραγούδι που φαινομενικά θα ταίριαζε σε χαρούμενες στιγμές να χρησιμοποιείται σαν συνοδεία είτε τρομαχτικών είτε αιματηρών σκηνών- σε μελλοντικές ταινίες (π.χ. η χρήση του Looking for the Magic στο You’re Next του Adam Wingard, του Tiptoe Through the Tulips στο Insidious του James Wan, το Hip to be Square στο American Psycho της Mary Harron).
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_profondo-rosso.jpg
Έχοντας αποκτήσει μεγάλη φήμη, σημαντικό αριθμό σοβαρών ακολούθων και όντας πλέον από τις σημαντικότερες φωνές ταινιών τρόμου της εποχής, η αναμονή της επόμενης ταινίας του Argento υπήρξε τεράστια. Το κριτικά πετυχημένο Deep Red το ακολούθησε το Suspiria (1977), το οποίο βέβαια στην αρχή δέχτηκε ανάμεικτη ανταπόκριση, όμως σήμερα είναι πιθανόν η γνωστότερη ταινία του δημιουργού και θεωρείται ευρέως ως το αριστούργημά του, το magnum opus του. Το Suspiria βρίσκει το σκηνοθέτη να απομακρύνεται από το Giallo είδος και να παλεύει περισσότερο με τον τρόμου του υπερφυσικού. Περιβόητη είναι η χρωματική παλέτα που χρησιμοποιείται, η οποία έχει έντονες εναλλαγές μεταξύ του μπλε, του πράσινου και κυρίως του κόκκινου χρώματος. Η φωτογραφία του φημισμένου Luciano Tovoli έχει υπάρξει αντικείμενο ευρείας μελέτης και έχει αντιγραφεί από πολλούς σκηνοθέτες και κινηματογραφιστές στο πέρασμα του χρόνου (πρόσφατο παράδειγμα το The Neon Demon του Nicolas Winding Refn). Στη συγκεκριμένη ταινία ο Argento επιλέγει να απομακρυνθεί από τα καλογραμμένα μυστήρια που τον έκαναν γνωστό και αντ’ αυτού να επικεντρωθεί περισσότερο στο οπτικό κομμάτι του έργου, δημιουργώντας έτσι ένα πραγματικό κομψοτέχνημα, ένα έργο τέχνης που πράγματι φέρνει σε εφιάλτη, ένα άσχημο όνειρο από το οποίο ο θεατής δε θέλει να ξυπνήσει μαγεμένος από την άγρια ομορφιά που απλώνεται μπροστά στα μάτια του. Με εύστοχη τη χρήση της μπαρόκ αρχιτεκτονικής, του γοτθικού στοιχείου, την έμπνευση από μύθους και ιστορίες της νύχτας και την κατανόηση των ανατριχιαστικών οφελών που μπορεί να δημιουργήσει η σωστή εκμετάλλευση των σκιών, η ταινία φέρνει στο νου μια μεταμοντέρνα αναδιαμόρφωση του γερμανικού εξπρεσιονισμού, οδηγώντας το ξεπερασμένο αυτό κίνημα σε μυστήριους και γοητευτικούς νέους προορισμούς. Η φαινομενική λιτότητα της πλοκής στις δύο πρώτες πράξεις είναι ηθελημένη καθώς προετοιμάζει το έδαφος για την εκρηκτική τρίτη πράξη, η οποία φυλάει στον θεατή ευχάριστα τρομαχτικές εκπλήξεις, ανατροπές που δεν περιμένει εξαιτίας της εντελώς απροσδόκητης και απότομης φύσης τους, εξελίξεις που τον αφήνουν άναυδο. Το Suspiria το συναντάει κανείς σχεδόν σε όλες τις λίστες με τις κορυφαίες ταινίες τρόμου και δικαίως καθώς είναι, πράγματι, μια πολύ σπουδαία ταινία, μια μοναδική άσκηση στις δυνατότητες της οπτικής αφήγησης, ένα διαμάντι που κάθε λάτρης του είδος και γενικά του σινεμά πρέπει να ανακαλύψει.
Το Suspiria αποτελεί το πρώτο μέρος της Τριλογίας των Τριών Μητέρων και η επόμενη ταινία του, το Inferno (1980), αποτελεί το δεύτερο μέρος, το οποίο καταφέρνει να αποδώσει τη μοναδική ατμόσφαιρα του προκάτοχού του. Δυστυχώς η ταινία δεν καταφέρνει να φτάσει στο επίπεδο του Suspiria και για αυτό ευθύνεται κυρίως το σενάριο, το οποίο τυχαίνει να είναι από τα λιγότερο εμπνευσμένα σενάρια του Argento, χωρίς αυτό να σημαίνει σε καμία περίπτωση πως πρόκειται για μια κακή ταινία, καθώς παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και δείχνει τον σκηνοθέτη να αναζητεί καινούρια μονοπάτια για εξερεύνηση. Δύο χρόνια μετά κυκλοφορεί στις αίθουσες το Tenebre (1982), ένα από τα αδίκως πιο άγνωστα έργα του, το οποίο βρίσκει τον δημιουργό να επιστρέφει στις giallo ρίζες του και να ανακυκλώνει τα στοιχεία που τον έκαναν γνωστό- ιη σχέση του ερωτισμού με τη βία, την τέχνη ως μορφή ψυχανάλυσης- και προφητεύει ορισμένους τομείς με τους οποίους θα αναμετρηθεί σε επόμενες δουλειές του- την αξία του τρόμου του σοκ.
Στη συνέχεια της καριέρας του κυκλοφορεί το μεταφυσικό Phenomena (1985) με τη νεαρή τότε Jennifer Connelly, μια ταινία που θα μείνει στην ιστορία ως μια από τις πιο εμπνευσμένες και διάσημες προσπάθειες του Argento. Ενώ η γοητεία του technicolor διαχέει την κάθε σκηνή και εμφανίζονται νέες τεχνικές με τις οποίες δεν είχε ξανά ασχοληθεί ο σκηνοθέτης- έντονη χρήση της κάμερας στο χέρι-, η ταινία στο σύνολο χάνει αρκετά από την έντονη επανάληψη θεματικών μοτίβων που είχαν απασχολήσει στο παρελθόν τον σκηνοθέτη και την απίστευτη πληθώρα κακών ερμηνειών που πλήττουν την ταινία- με εξαίρεση αυτήν του μοναδικά εκκεντρικού Donald Pleasence. Η λύτρωση της ταινίας βρίσκεται στα τελευταία 20 λεπτά της, στα οποία το έργο προσφέρει μια γερή δόση από σκηνές πραγματικής ανατριχίλας, που υπόσχονται να χαραχτούν στη μνήμη του κοινού.
Η επόμενη δεκαετία φύλαγε για τον Argento μια σειρά από κυρίως ενδιαφέρουσες προσπάθειες, με κορυφαία στιγμή μια από τις σημαντικότερες δουλειές του, το Opera του 1987. Η τελευταία σημαντική δουλειά του δημιουργού είναι Το Σύνδρομο του Στένταλ  /La sindrome di Stendhal του 1996, μια ταινία που λειτουργεί σαν φόρος τιμής στο συνολικό έργο του ίδιου του Argento και με πρωταγωνίστρια την πάντοτε γοητευτική Asia Argento, κόρη του Dario. Οι δουλειές του που ακολούθησαν απογοήτευσαν κοινό και κριτικούς και αποτέλεσαν εμπορικές αποτυχίες, με βασικό παράδειγμα το Το Φάντασμα της Όπερας / Il fantasma dell'opera (1998) που θεωρείται από πολλούς ως η πιο αδύναμη στιγμή στην καριέρα του δημιουργού.
Το 2006 ο σκηνοθέτης στράφηκε στην τηλεόραση και γύρισε δύο επεισόδια για τη μακροχρόνια σειρά Masters of Horror. Το πρώτο επεισόδιό του, ονόματι Jennifer, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα και αλληγορική ιστορία τρόμου, με πολύ καλές ερμηνείες, κυρίως από τον πρωταγωνιστή και σεναριογράφο Steven Weber, μια δουλειά που φέρνει στο νου τις δοξασμένες εποχές του δημιουργού και αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές στη μεταγενέστερη καριέρα του. Η αναγκαία ωμότητα των βίαιων σκηνών και η εξέταση του σοκ ως μέσο διέγερσης του τρόμου είναι τα βασικά συστατικά που καθιστούν αυτή του τη δουλειά τόσο ενδιαφέρουσα. Το δεύτερο επεισόδιο, με το όνομα Pelts, δεν καταφέρνει να παρουσιάσει τέτοιο ενδιαφέρον και πέφτει θύμα των περιορισμών του τηλεοπτικού μέσου.
Το πολυαναμενόμενο τελευταίο μέρος της Τριλογία των Τριών Μητέρων, το The Mother of Tears, δεν κατάφερε να φτάσει στα καλλιτεχνικά ύψη των Suspiria και Inferno, όμως γέμισε το κοινό του σκηνοθέτη με αισιοδοξία καθώς του πρόσφερε ελπίδα, μέσα από την εκπληκτική του αισθητική και την άψογη χρήση νέων τεχνολογιών, πως ο σκηνοθέτης δεν έχει πει την τελευταία του λέξη και έχει ακόμα να προσφέρει πολλά στο είδος που τόσο αγαπάει.
Η τελευταία ως τώρα ταινία του Argento βρίσκει τον σκηνοθέτη να παλεύει με μια από τις πιο διάσημες ιστορίες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αυτή του Κόμη Δράκουλα. Ο Argento είχε να αντιμετωπίσει μεγάλες προσδοκίες καθώς είχε να αναλάβει μια από τις πιο πολυαγαπημένες και πολυδιασκευασμένες ιστορίες στην ιστορία και, ενώ υπάρχουν αντικειμενικά καλύτερες διασκευές του ίδιου θέματος, ο δημιουργός καταφέρνει να προσφέρει κάτι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Μια απολαυστικότατη ταινία δεύτερη διαλογής που έχει όλες τις προϋποθέσεις μελλοντικά λατρεμένου cult έργου. Μια ταινία που απέχει χιλιοστά από το να κυλήσει στην παγίδα του κιτς και η οποία, όμως, σώζεται από τα ικανά χέρια του σκηνοθέτη της, που καταφέρνει να μεταβιβάσει στο θεατή το πόσο διασκέδασε διασκευάζοντας το συγκεκριμένο έργο στη μεγάλη οθόνη. Η υπέρμετρη θεατρικότητα με την οποία χώνουν τα δόντια τους στους ρόλους τους οι ηθοποιοί καθιστά ξεκαρδιστικές κάποιες σκηνές, που διαφορετικά μπορεί να φάνταζαν αδιάφορες, ή ακόμα και ανιαρές (την παράσταση κλέβει ο Rutger Hauer ως ένας παντελώς αδιάφορος Van Helsing). Κανένας δε θα υποστηρίξει πως το Dracula 3D (2012) ανήκει ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες του Argento, κάτι που δε σημαίνει όμως πως δεν είναι μια ταινία γεμάτη αισθησιασμό, χιούμορ και ψυχαγωγικές σκηνές βουτηγμένες στην υπερβολή.
Η επόμενη ταινία του Argento, ονόματι The Sandman και με πρωταγωνιστή τον Iggy Pop (!), φημολογείται πως θα κυκλοφορήσει στις αίθουσες φέτος. Ας ελπίσουμε πως ο μεγάλος αυτός δημιουργός θα αποδείξει σε όσους λένε πως έχει χάσει την έμπνευσή του ότι κάνουν λάθος.

(Μάρτιος 2018)