life-may-be.jpg

Ταινίες που έκαναν την παγκόσμια, διεθνή ή ευρωπαϊκή τους πρεμιέρα στο φεστιβάλ και έχουν κάποια σημασία


Life May Be, Mark Cousins & Mania Akbari
Ακολουθώντας το δρόμο που άνοιξε η ταινία Correspondences που κατέγραφε την βίντεο-αλληλογραφία του Abbas Kiarostami με τον Víctor Erice, ο Mark Cousins κριτικός κινηματογράφου και σκηνοθέτης και η Mania Akbari ιρανή ηθοποιός (γνωστή από την ταινία 10 του Abbas Kiarostami) και επίσης σκηνοθέτις αλληλογραφούν με μέσο τις εικόνες που καταγράφουν οι ψηφιακές τους κάμερες και το λόγο τους.
Η ταινία που ανήκει σ’ ένα κινηματογραφικό είδος που εμφανίσθηκε τα τελευταία χρόνια, λόγω των εξελίξεων στη ψηφιακή τεχνολογία, είναι κυρίως μια σειρά από στοχασμούς σε τόνους προσωπικούς για την τέχνη και τη ζωή.
Ο Mark Cousins βρίσκεται στο σπίτι στο Εδιμβούργο, ενώ η Mania Akbari ζει αυτοεξόριστη στο Λονδίνο. Η αλληλογραφία τους είναι γεμάτη από σχόλια και σκέψεις, καταρχάς, σχετικά για ό,τι άμεσα τους απασχολεί δηλαδή την τέχνη τους και την αυτοεξορία της. Η φωνή του Mark Cousins υποβλητική και γεμάτη πάθος, ο λόγος της Mania Akbari πλούσιος σε σημασίες,ποιητικός με αναφορές σε δυτικούς στοχαστές όπως Gilles Deleuze. Ο Mark Cousins θα εξηγήσει τι είναι αυτό που βρίσκει ιδιαίτερο στις ταινίες της και θα τη συνδέσει με το έργο σκηνοθετών όπως οι Martin Scorsese, Miklós Jancsó και Béla Tarr. Ενώ η Mania Akbari θα μιλήσει για την περιπέτεια και την εμπειρία της εξορίας: Ένα φωτογραφικό πανόραμα παρουσιάζει την έξοδο της από την πατρίδα -το σπίτι έξω από την Τεχεράνη, το πέρασμα στο Ντουμπάι (και τα εμπορικά του κέντρα), η Σουηδία (και τα μουσεία τέχνης) και τέλος το Λονδίνο (και η Virginia Woolf ). Το κοινό έδαφος που αναπτύσεται η αλληλογραφία ή η εκλεκτική τους συγγένεια; το έργο της ιρανής ποιήτριας και σκηνοθέτιδος Forugh Farrokhzad .
Καθώς η αλληλογραφία εξελίσσεται ο λόγος και η εικόνα αποκτούν έναν πιο προσωπικό χαρακτήρα. Ο Mark Cousins σ’ ένα δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, κάπου στη Λιθουανία, σιγά -σιγά, βγάζει τα ρούχα του και γυμνός ξαπλωμένος στον καναπέ σχολιάζει την απουσία του γυμνού στην ισλαμική τέχνη. Ενώ η Mania Akbari σχολιάζει τις περσικές μινατούρες, τον ερωτικό χαρακτήρα των περσικών τζαμιών, τη θέση της γυναίκας στο Ισλάμ –«Η φωνή του σώματός μου είναι η φωνή της ενοχής»-, ενώ λίγο αργότερα καταγράφει το σώμα της, καθώς κάνει μπάνιο: «Το σώμα είναι η πατρίδα μου και συνεχώς αλλάζει», σχολιάζει. Αναμφίβολα απ’ αυτό το συναρπαστικό στη σύλληψη του ντοκιμαντέρ, δεν απουσιάζει ένας ερωτικός τόνος, όπως εξάλλου γίνεται ιδιαίτερα φανερό στο τέλος, όπου ένα κρεσέντο από εικόνες ποιητικής ομορφιάς, υπό την υπόκρουση χορωδιακής μουσικής, κορυφώνει αυτήν την συναρπαστική ανταλλαγή εικόνων, στοχασμών, αισθημάτων.
corn-island.jpg
Corn Island / Simindis kundzuli, George Ovashvili
Διαδραματιζόμενη στο ποταμό Enguri -το φυσικό σύνορο ανάμεσα στις εμπόλεμες Γεωργία και Αμπχαζία- η ταινία είναι κάτι παραπάνω από ένα δράμα που εστιάζει στον πόλεμο και τις επιπτώσεις του.
 Στον ποταμό Enguri, λίγο πριν το καλοκαίρι, καθώς πέφτει η στάθμή του, σχηματίζονται μικρές εύφορες νησίδες που οι ντόπιοι τις καλλιεργούν. Ο ήρωας της ταινίας καταφθάνει σε μια απ’ αυτές. Θα χτίσει μια μικρή καλύβα, και θα μεταφέρει εκεί την 16χρονη ορφανή από γονείς εγγονή του. Εκεί θα σπείρει καλαμπόκι και θα το φροντίσει μέχρι το θερισμό του. Μοναδική απειλή για την καλλιέργεια του είναι οι περιπολίες των Αμπχάζιων και των Γεωργιανών ενόπλων: το νησί βρίσκεται στο μέσο μιας εμπόλεμης ζώνης.
Ο τόπος που η δραματική πλοκή διαδραματίζεται είναι καθοριστικός: είναι ένας ουδέτερος τόπος, που δεν διεκδικείται από κανέναν εμπόλεμο. Και αυτόν κάνει τον ηλικιωμένο τον μοναδικό κυρίαρχο της γης. Έχοντας κάποιες αναμφισβήτητες αναφορές στην Βίβλο –το σκαμμένο από τις ρυτίδες πρόσωπο του ηλικιωμένου είναι όμοιο μ’ ενός βιβλικού πατριάρχη-, η δραματική πλοκή οργανώνεται γύρω από την αντίθεση ειρήνη- πόλεμος. Ο πρώτος πόλος της αντίθεσης εκφράζεται μέσα από τον ηλικιωμένο και την εγγονή του, ενώ ο δεύτερος εκφράζεται μέσα από τις στρατιωτικές περιπόλους των εμπολέμων. Η σκηνοθεσία εστιάζει καταρχάς στον αγώνα του ηλικιωμένου να κυριαρχήσει πάνω στη γη, έναν αγώνα που μέσα από τις τελετουργίες του έχει αρχέγονες διαστάσεις. Παράλληλα όμως, εστιάζει και στο πρόσωπο της νεαρής εγγονής του, που, σιγά –σιγά ταυτόχρονα με την καλλιέργεια της γης, μεταμορφώνεται από κορίτσι σε γυναίκα: δημιουργώντας έτσι αναλογίες ανάμεσα στη γυναικεία φύση και την ίδια τη φύση. Μέσα σ’ αυτό πλαίσιο, τα απειλητικά και γεμάτα πόθο ανδρικά βλέμματα των ενόπλων- ανδρών δεν είναι παρά μια συμβολικού χαρακτήρα απειλή απέναντι στην ίδια τη φύση και τον χώρο, δηλαδή το νησί και τη γη του. Και γι’ αυτό ο αγώνας του ηλικιωμένου να τη διαφυλάξει από αυτά, δεν είναι μόνο από το νόμιμο συγγενικό ενδιαφέρον: είναι πρωτίστως το ενδιαφέρον ενός άνδρα να διαφυλάξει το βίος του…
Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί μ’ έναν αφηγηματικό ρυθμό γαλήνιο, όπως η ροή του ποταμού, και πάντα με φόντο το μαγευτικό τοπίο του ποταμού, τόσο το χαραγμένο από τις ρυτίδες πρόσωπο του ηλικιωμένου, όσο και το αρυτίδωτο και ανέγγιχτο από τον χρόνο πρόσωπο της νεαρής κοπέλας. Μια σκηνοθετική χειρονομία -υπενθύμιση για τις φάσεις της φύσης και το πέρασμα του χρόνου -από την άνθιση στο μαρασμό.
Το τέλος της ταινίας μοιάζει να είναι πικρό, αλλά ωστόσο, υπογραμμίζει ίσως με τον πιο εμφατικό τρόπο το μάταιο της προσπάθειας του ανθρώπου να κυριαρχήσει πάνω στη γη και τη φύση…
free-fall.jpg
Free Fall / Szabadesés, György Pálfi
Γνωστός κυρίως από τις ταινίες- ασκήσεις στο γκροτέσκο Taxidermia (2006), Hukkle (2002), ο Ούγγρος δημιουργός υπηρετεί με πίστη μια κεντροευρωπαϊκή αντίληψη για το σινεμά που προκρίνει αντί του ρεαλισμού, το φανταστικό και το παράλογο.
Μια πολυκατοικία. Το ασανσέρ έχει χαλάσει. Η κεντρική ηρωίδα της ταινίας, μια ηλικιωμένη φορτωμένη με ψώνια ανεβαίνει τις σκάλες. Όταν φθάνει στο διαμέρισμα υφίσταται την γκρίνια του συζύγου της. Και γι’ αυτό αποφασίζει να κατέβει στο ισόγειο πέφτοντας. Επιβιώνοντας της ελεύθερης πτώσης στο κενό, η ηρωίδα επαναλαμβάνει πάλι την άνοδό της. Κατά τη διάρκεια της ανόδου της, και στο πέρασμα της από κάθε όροφο, μια μικρή ιστορία διαδραματίζεται στα διαμερίσματα που περνά.
Μέσα σ’ ένα αποστειρωμένο διαμέρισμα, ένα ζευγάρι τυλιγμένο σε μια διαφανή πλαστική μεμβράνη προσπαθεί να κάνει σεξ. Στο πάρτι ενός ζευγαριού, η γυναίκα περιφέρεται γυμνή. Στο ιατρείο ενός γυναικολόγου, μια νεαρή μητέρα θα υποστεί μια επέμβαση. Ένας πιτσιρικάς με μεγάλη φαντασία και ένας ταύρος. Μια γυναίκα με δύο άνδρες και οι περιπέτειες της συμβίωσης, στους ρυθμούς ενός τηλεοπτικού sitcom. Οι ασκήσεις γιόγκα μιας ομάδας.
Η κάθε ιστορία χαρακτηρίζεται από ένα διαφορετικό σκηνοθετικό ύφος και τόνους που κυμαίνονται από κωμικοί έως αυτούς μιας ταινίας τρόμου. Ωστόσο, το κοινό στοιχείο όλων είναι ότι κέντρο βρίσκουμε την άρνηση- αντίσταση στην καταδυνάστευση που επιβάλλει ο ρεαλισμός: είναι το γκροτέσκο, το παράλογο, μια σουρεαλιστική οπτική πάνω στην αφήγηση που ενώνει αυτές τις διαφορετικού ύφους και χαρακτήρα ιστορίες. Παράλληλα, στο κέντρο της κάθε αφήγησης βρίσκεται ένα πρόσωπο που βιώνει μια κόπωση, που κατατρύχεται από ένα άγχος, που ζει μια κατάσταση τρόμου -φόβου που σημαδεύει την ύπαρξή του: το άγχος του νεαρού για απολύμανση, το άγχος –ανία της νεαρής γυμνής οικοδέσποινας στο πάρτι, τα αβάσταχτα βάρη της μητρότητας που οδηγούν τη νεαρή γυναίκα στο γυναικολόγο, οι φοβίες του παιδιού κ.λπ. Αυτά τα άγχη και τις φοβίες κάποιος μπορεί να παρατηρήσει ότι έχουν μια κοινωνική βάση: και γι’ αυτό από την ταινία δεν απουσιάζει ένα τόνος κοινωνικής κριτικής.
Όπως συμβαίνει σε κάθε σουρεαλιστικού ύφους αφήγηση, το αίτημα των ηρώων είναι η με κάθε τίμημα απελευθέρωσή τους από τα δεσμά του άγχους και του φόβου…
rocks-in-my-pockets.jpg
Rocks in My Pockets, Signe Baumane
Σε μια πρώτη εντύπωση αυτή η ταινία κινουμένων σχεδίων είναι μια χιουμοριστική στον τόνο εξιστόρηση οικογενειακών ιστοριών.
Καταρχάς, εκκινώντας από τη δεκαετία του 20, η αφήγηση προσφέρει, μέσα από την προσωπική ιστορία της γιαγιάς της σκηνοθέτιδας, ένα πανόραμα των ταραγμένων χρόνων της γενέθλιας χώρας της Λιθουανίας: από τις στιγμές της ανεξαρτησίας, στα χρόνια της γερμανικής και σοβιετικής κατοχής. Ωστόσο, δεν είναι αυτό το κέντρο βάρους της ταινίας. Όπως σιγά- σιγά αποκαλύπτεται, καθώς η αφήγηση εξελίσσεται, ό,τι απασχολεί την σκηνοθέτιδα είναι η κατανόηση συμπεριφορών και στάσεων από τα γυναικεία πρόσωπα της οικογένειας. Η σκηνοθέτιδα εστιάζει, πέραν της γιαγιάς της, και σ’ άλλες τρεις γυναίκες από τον ευρύτερο οικογενειακό της κύκλο (εξαδέλφες), αλλά και στον ίδιο τον εαυτό της για να αποκαλύψει εν τέλει το αληθινό θέμα της ταινίας: τη κατάθλιψη, τη γυναικεία σχιζοφρένεια, τη ψυχική ασθένεια. Το βάσανο και το βάρος της (ψυχικής) ασθένειας, η πάλη με τους εσωτερικούς δαίμονες, το στίγμα της (που πρέπει να μείνει κρυφό), η κληρονομικότητα, η συνειδητοποίηση και η αποδοχή της (που συνιστά και την θεραπεία της εν τέλει): αυτά είναι τα σημεία που η δραματική πλοκή αναδεικνύει. Η ανάπτυξη αυτού του θέματος μέσα από τη φόρμα των κινουμένων σχεδίων είναι κάτι μάλλον ασύνηθες, αφού η φόρμα κινουμένων σχεδίων είναι συνδεδεμένη με πιο φωτεινά και ευχάριστα θέματα. Έτσι κάποιος θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η επιλογή της φόρμας είναι ένα άκρως λειτουργικό αντίβαρο ως προς τους σκοτεινούς τόνους που εμπεριέχει το θέμα. Παράλληλα, αφήγηση που γίνεται από την ίδια τη σκηνοθέτιδα με την ιδιαίτερη αγγλική της προσφορά προσδίδει ένα προσωπικό χρώμα
Εν κατακλείδι, αυτή η ταινία ενδοσκόπησης είναι μια προσωπική κατάθεση, με χιούμορ και αυτοσαρκασμό και σε κάποιες στιγμές συναισθητική στους τόνους της, του βάσανου που βαρύνει την σκηνοθέτιδα. Και γι’ αυτό η τελική αίσθηση είναι γεμάτη ελπίδα και φως, αφού η ίδια η υλοποίηση της ταινίας συνιστά μιας πράξη κάθαρσης και αυτοθεραπείας για την ίδια τη σκηνοθέτιδα. Κάτι που τελικά την διαφοροποιεί ως προς τα άλλα γυναικεία πρόσωπα των ιστοριών…
anderswo-ester-amrami.jpg
Anywhere Else / Anderswo, Ester Amrami
Πολυσύνθετο πορτραίτο μιας νεαρής γυναίκας που αναποφάσιστη βρίσκεται σε μια καμπή της ζωής της, η ταινίας της πρωτοεμφανιζόμενης ισραηλινής σκηνοθέτιδος είναι επιπλέον και ένα χιουμοριστικό και αιχμηρό στα απολήξεις του σχόλιο για το κράτος του Ισραήλ.
Η Noa (στο ρόλο η Neta Riskin), 33 χρονών είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Βερολίνο. Αντιλαμβανόμενη ότι στο θέμα του διδακτορικού της έκανε μια λάθος επιλογή, θα μπει σε μια διαδικασία προσωπικής κρίσης. Θα έρθει αντιμέτωπη με τις συνέπειες των επιλογών, όχι μόνο στο θέμα των σπουδών της ή στο ζήτημα της εγκατάστασης στο Βερολίνο, αλλά και στο ζήτημα της προσωπικής της σχέσης με τον Joerg (στο ρόλο ο Golo Euler), έναν γερμανό μουσικό. Καταφύγιο απέναντι στην επερχόμενη θύελλα, θα την προσφέρει η οικογενειακή της εστία. Ωστόσο ούτε εκεί το κλίμα δεν είναι εύκρατο: η γιαγιά της είναι βαριά άρρωστη και ο αδελφός της είναι λιποτάκτης…
Εστιάζοντας στα πρόσωπα αυτού του δράματος, η σκηνοθεσία χωρίζει την αφήγηση σε δύο ανισομερή τμήματα. Στο πρώτο, και πιο σύντομο σε διάρκεια μέρος, σκιαγραφείται η κατάσταση της κρίσης με την ηρωίδα στο μέσο αυτής. Εδώ, η επιλογή του θέματος του διδακτορικού της έχει ένα νόημα: η κατανόηση των αμετάφραστων λέξεων που υπάρχουν σε κάθε γλώσσα δεν είναι παρά ένας τρόπο να κατανοήσεις τον Άλλο, τον Ξένο, τον Διαφορετικό. Ενώ, το δεύτερο μέρος διαδραματίζεται στη γενέθλια χώρα της με την ηρωίδα αυτή τη φορά στο μέσο μίας πλούσιας και έντονης οικογενειακής ζωής. Την αφήγηση πυροδοτεί, σ’ αυτό το μέρος, η επίσκεψη του γερμανού φίλου της στο Ισραήλ σε μια προσπάθεια να διασώσει τη σχέση τους. Η παρουσία ενός ξένου, ενός βόρειο-ευρωπαίου (και πιο συγκεκριμένα γερμανού) μέσα στο κλειστό σύμπαν μιας μεσογειακής οικογένειας θα προσφέρει καταρχάς την ευκαιρία για κάποιες απολαυστικές κωμικές στιγμές: χιούμορ, μια οπτική (αυτό)σαρκασμού αναδύονται μέσα από τις οικογενειακές σχέσεις. Ταυτόχρονα όμως, θα εμπλουτίσει τον πυρήνα της ταινίας με κάτι πέραν των σχετικών ενός πορτραίτου. Το ξένο βλέμμα, σ’ αυτήν την οικογένεια του Ισραήλ, θα δώσει την ευκαιρία για να αναδειχθούν ζητήματα, όπως οι απόηχοι του ιστορικού παρελθόντος και του τραύματος του Ολοκαυτώματος, η ασφυκτική αίσθηση ασφάλειας σ’ αυτήν τη στρατοκρατούμενη χώρα: μια κρυφή μελαγχολία φαίνεται να διαποτίζει τα πρόσωπα της οικογένειας. Η ηρωίδα θα αναμετρηθεί μ’ ό,τι την κράτα συναισθηματικά προσκολλημένη μ’ αυτόν τον τόπο και μ’ αυτά τα πρόσωπα. Και θα κατακτήσει ό,τι της λείπει: μια ισορροπία…
norvigia.jpg
Νορβηγία, Γιάννης Βεσλεμέ
Ταινία βυθισμένη στη βαμπιρική μυθολογία, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Βεσλεμέ είναι μια ιδιότυπη νοσταλγική μάτια στο αναλογικό σύμπαν της δεκαετίας του 80, αλλά και ένα έμμεσο σχόλιο για την κατάσταση του σήμερα
Ένας ηδονοθήρας βρικόλακας καταφθάνει στην Αθήνα τη δεκαετία του 80 και αντικρίζει ένα σύμπαν παρακμής και διαφθοράς, μια αισθητική decadence. Περιφέρεται στις ντίσκο και τα καταγώγια, αναζητώντας εφήμερες απολαύσεις. Θα συναντήσει μια μυστηριώδη γυναίκα -στο ρόλο η Αλεξία Καλτσίκη, - και θα πιαστεί αιχμάλωτος στα δίκτυα της σκοτεινής σαγήνης της. Ενώ, λίγο αργότερα θα βρεθεί αντιμέτωπος με διλήμματα πρωτοφανή για βρικόλακες…
Διάστικτη από ένα νοσταλγικό τόνο για τη δεκαετία του 80 και ό,τι τη σημάδεψε –από τον Ανδρέα Παπανδρέου, στις disco και τις θρυλικές βιντεοκασέτες- η ταινία επανεγγράφει τη μυθολογία του δράκουλα στο ελληνικό τοπίο, μέσα από μια οπτική άκρως προσωπική και εντέλει ενδιαφέρουσα: μια οπτική η οποία συναιρεί τον Μάρκο Λεζέ (cult φιγούρα της εποχής της ελληνικής βιντεοκασέτας), με την dance κουλτούρα και τον Βασίλη Τσιτσάνη (στο επίσης cult τραγούδι του Ντράκουλας). Εδώ, το είδος είναι μια αφορμή για αναπτυχθεί μια ιδιότυπη σκοτεινή μυθολογία- αισθητική: κάτι που στο παρελθόν στο χώρο του ελληνικού σινεμά είχε κάνει, άλλοτε πετυχημένα και άλλοτε όχι, ο Νίκος Νικολαΐδης και πλέον πρόσφατα έκανε η Αθηνά Τσαγγάρη (The Capsule) και ο Αλέξανδρος Βούλγαρης (Χιγκίτα). Εδώ, το είδος και τα αρχέτυπα του δεν επανεγγράφονται- αναπαράγονται τυφλά, αλλά ορίζουν ένα χώρο ή προσφέρουν μια αφορμή για να αναπτυχθεί μια ιδιαίτερη και ιδιότυπη προσωπική μυθολογία: συχνά υπάρχει μια παιγνιώδης αίσθηση –η ταινία γίνεται ένα κινηματογραφικό παιχνίδι. Δημιουργείται έτσι ένα φανταστικό μη ρεαλιστικό σύμπαν -κάτι εξαιρετικά σπάνιο για το δυναστευόμενο από το ρεαλισμό χώρο του ελληνικού σινεμά. Ένα σύμπαν, που συχνά συνομιλεί, με μέσα την αλληγορία ή τον συμβολισμό και σε τόνους ειρωνικούς, με την περιρρέουσα ασφυκτική πραγματικότητα.
Και γι’ αυτό, αυτό το γοτθικό σκοτεινό παραμύθι, είναι παράλληλα και ένα σχόλιο για την κατάσταση στην Ελλάδα του σήμερα, και πως αυτή προκλήθηκε. Κάτι που προκύπτει κυρίως λόγω της παρουσίας του εξαιρετικού όπως πάντα Βαγγέλη Μουρίκη στον κεντρικό ρόλο του βρικόλακα. Με πρόσφατες τις αναμνήσεις από το Μικρό Ψάρι του Γιάννη Οικονομίδη, άλλη μια ταινία είδους, ο Βαγγέλης Μουρίκης και εδώ διασχίζει ένα τοπίο σήψης και παρακμής. Μεταμορφώνεται για να παραμείνει εντέλει ο ίδιος: υποδύεται ένα πρόσωπο που τίθεται προς ενός διλήμματος, που προσκαλείται να διαφθαρεί ηθικά, που αντιστέκεται στην πίεση και τη φθορά. Η απάντηση του στο δίλημμα που του τίθεται είναι, με βάση το κινηματογραφικό του παρελθόν, προφανής…

Δημήτρης Μπάμπας