(Λίμνη Φάλκον)
της Charlotte Le Bon
(η κριτική της Ζωής- Μυρτώς Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2223_falcon-lake.jpg

Μεγαλώνοντας ξεχνάμε πως είναι. Η ανεμελιά που αλλάζει πρόσημο, τα κέφια που μεταβάλλονται, ο χρόνος που αποκτά διαστάσεις υπερφυσικές και η στιγμή – ευχάριστη, άβολη ή κι εσωτερικά δυσβάσταχτη- της πρώτης εφηβικής καταβύθισης – μισό-φαντασιακής και συχνά ανολοκλήρωτης- στη θάλασσα της σεξουαλικότητας και σ’ όλα τα μυστικά και τη μαγεία που κρύβονται εκεί μέσα. Έχουμε, όμως, και την ανάγκη να θυμόμαστε - απ’ απόσταση ασφαλείας βέβαια-, γι αυτό και το σινεμά βρίθει από ταινίες ενηλικίωσης. Οι καλές ξεχωρίζουν γιατί βάζουν στο πλάνο και τη μεγάλη επικινδυνότητα του περάσματος, αποτυπώνοντας και τις μυθολογικές διαστάσεις αυτής της ηλικίας, όπως δηλαδή κάνει στη Λίμνη Φάλκον κι η Σαρλότ Λε Μπον, σ’ ένα πολλά υποσχόμενο σκηνοθετικό ντεμπούτο. Με τρυφερότητα, ποιητική διάθεση και ζεστή εικαστική ματιά, ικανή για απεικόνιση μεγάλου εύρους συναισθημάτων, η σκηνοθέτιδα χρησιμοποιεί την πολύ καλή φωτογραφία για να συμπληρώσει με αμφισημίες και συμβολισμούς την εσωτερικότητα της αφήγησης, καθιστώντας την λίμνη και το δάσος σύμβολα εισόδου σ’ ένα άγνωστο, όμορφο αλλά και σκοτεινό τόπο -εκείνο της σεξουαλικότητας- γύρω απ’ την οποία επικεντρώνεται η ταινία. Μετατρέπει έτσι τη σχέση των δύο παιδιών, σε διπλό παραμύθι ενηλικίωσης αντίστοιχο των διαφορετικών τους ηλικιών, το ασαφές τέλος του οποίου φανερώνει αναδρομικά με πόσο επιδέξιο τρόπο η πλοκή ακροβατούσε υπόγεια, χωρίς να γίνεται αντιληπτή, ανάμεσα στην έξαψη της ζωής και στο μελαγχολικό κάλεσμα του θανάτου.
Η υπόθεση είναι απλή: ο 14χρονος Μπαστιάν κι η οικογένειά του περνούν το καλοκαίρι στη Λίμνη Φάλκον, στο Κεμπέκ, στο σπίτι μιας πολύ στενής τους φίλης. Η 16χρονη κόρη της, Κλοέ, εξωστρεφής και τολμηρή, γοητεύει τον Μπαστιάν, απ’ την πρώτη στιγμή ενδιαφέρεται, όμως, μάλλον για μεγαλύτερα αγόρια προκαλώντας τη ζήλεια του. Σιγά-σιγά, ωστόσο, αρχίζει να του ανοίγεται και να τον βάζει στον κόσμο της ο οποίος περιστρέφεται γύρω απ’ την λίμνη που όπως το κορίτσι ισχυρίζεται κρύβει μέσα της ένα φάντασμα -εκείνη τουλάχιστον έτσι νοιώθει. Για να κερδίσει την εύνοιά της ο Μπαστιάν δέχεται να περάσει από διάφορες δοκιμασίες-προκλήσεις, να φωτογραφηθεί ως φάντασμα, να αποκαλύψει τους φόβους του και να συμφιλιωθεί μέχρι και με το νερό, μπαίνοντας στη λίμνη κι ας μην ξέρει κολύμπι, γιατί κάποτε κόντεψε να πνιγεί δεν μπορεί, όμως ν’ αποφύγει το ψέμα κι αυτός – αφού θέλει τόσο να μεγαλώσει…
Η διαφορά αυτή της ηλικίας που φέρνει το Μπαστιάν στην αρχή της εφηβείας και την Κλοέ λίγο πριν την ενηλικίωση, και που στις ηλικίες αυτές μοιάζει αβυσσαλέα, εξελίσσεται διαφορετικά απ’ ότι δείχνει αρχικά, αφού ο πιο άτολμος και διστακτικός Μπαστιάν διατηρεί κάτι απ’ τη σιγουριά και την παντοδυναμία της παιδικής ηλικίας (ιδιότητες που τόσο αξιολάτρευτα μας θυμίζει κάποια στιγμή ο μικρός αδελφός του) και ξεπερνά με ζήλο ένα-ένα τα εμπόδια που τον χωρίζουν απ’ το να εισέλθει εκεί που επιθυμεί (δηλ. στην σεξουαλική ενηλικίωση). Αντίθετα, η Κλοέ παρά την τολμηρή της εικόνα, στέκεται αναποφάσιστη στο κατώφλι της ίδιας αυτής χώρας, και μπαινοβγαίνει στη λίμνη, (που δεν γίνεται, όμως, ποτέ θάλασσα όσο διατηρείται η αμφιθυμία της) θυμώνοντας ταυτόχρονα με τα ψέματα των αγοριών που την πιέζουν βασικά να εισέλθει σ’ έναν κόσμο για τον οποίο δεν νοιώθει έτοιμη. Έτσι, αισθάνεται πιο ασφαλής με τον μικρότερο ηλικιακά Μπαστιάν -σ’ αυτό το κοινό δωμάτιο που αποτελεί μεταβατικό χώρο και για τους δύο και στο οποίο οι φόβοι, ο τρόμος και το δέος είναι ακόμα φαντασιακοί κι ο χειρότερος φόβος είναι να σε πιάσει στα πράσα η μαμά σου- και δένεται μαζί του, νοσταλγώντας ήδη την παιδική της ηλικία που μέλλει να χαθεί, όπως τελικά μάλλον θα χαθεί κι ο ίδιος.
Ο κόσμος των μεγάλων μοιάζει συμπαθής αλλά μακρινός, αδύναμος κατ’ ουσία να επέμβει στην εσωτερική πάλη των δύο παιδιών και να τα προστατεύσει αφού η εφηβεία είναι ένας αγώνας που δίνει κανείς μόνος του και δεν αφορά τόσο στα εξωτερικά όρια, αλλά στις εσωτερικές αντοχές ως προς τους τρόπους εισόδου σ’ αυτό το άγνωστο αύριο, πύλες του οποίου είναι εμφανώς στην ταινία το δάσος κι η λίμνη. Οι συμβολικοί αυτοί τόποι προκαλούν δέος/τρόμο αλλά και έλξη στα παιδιά, όπως και στο θεατή, που ίσως συναισθηματικά θυμηθεί πόσο αναπόφευκτο ήταν κάποτε ν’ αναμετρηθεί κι αυτός με τον εαυτό τους. Τις ποιότητες της εσωτερικής αυτής πάλης του μεγαλώματος -απ’ την οποία δεν βγαίνουν ζωντανοί, ούτε άθικτοι όλοι— η σκηνοθέτρια κατορθώνει να τις εγγράψει στις εικόνες της και στις συνθέσεις των κάδρων, με το απόκοσμο και μια αίσθηση μελαγχολίας και διφορούμενου, να επικρατούν στις περισσότερες εκτός σπιτιού σκηνές, και τη χαρά και τα πιο ανάλαφρα και χιουμοριστικά στοιχείο να κυριαρχούν στις σκηνές του σπιτιού, τα περιχαρακωμένα του όρια του οποίου κρατάνε εξ ορισμού απέξω το άγνωστο, και μοιάζουν να ηρεμούν τα δύο παιδιά, πολύ περισσότερο απ’ την ελευθερία να κατακτήσουν το μέλλον. Η κάμερα ακολουθεί κυρίως την οπτική του Μπαστιάν που είναι κι ο κινητήριος μοχλός της ταινίας, αλλά και το πρόσωπο που σχετίζεται περισσότερο με τα μυστικά της. Εδώ η εφηβική τάση για παραίτηση απ’ τη ζωή, δεν παίρνει σε καμία στιγμή τις διαστάσεις των εμβληματικών Αυτόχειρων παρθένων της Σοφίας Κόπολα, το αίνιγμα της εφηβείας προσεγγίζεται, όμως, από μια συγγενική σκοπιά, αυτή της αίσθησης του να μην ξέρεις γιατί έκανες ή όχι κάτι, και την αμφιβολία όχι μόνο γι αυτό που θα συμβεί, αλλά και για το τι ήταν αυτό που συνέβη μια κι αυτό είναι το αίνιγμα με το οποίο μας αφήνει η σκηνοθέτιδα, βάζοντας το θεατή μπροστά σ’ ένα γρίφο, που δεν μπορεί να λύσει, έχοντας μάθει, όμως, με την ηλικία, πως μάλλον δεν είναι αυτό το πιο σημαντικό, αφού μ’ ότι ιδιότητα κι αν τρέχει ο Μπαστιάν το μόνο σίγουρο είναι πως ο χρόνος δεν γυρνάει πίσω.