(για την ταινία Εκπομπή του Θόδωρου Αγγελόπουλου)
ekpompi.jpg

"Καθώς βαδίζω μια σκιά μ’ ακολουθεί από πάνω
σαν βαρύ νέφος ή φτερό δυσοίωνου πουλιού."
Μια σκιά, Κώστας Καρυωτάκης

Η κάμερα κινείται νευρικά, χωρίς καμία διακριτικότητα, ανάμεσα σε σώματα νέων που χορεύουν σε γρήγορους ρυθμούς. Ακούγεται μια μουσική επιτυχία της εποχής -το Black is Black των Los Bravos - από ένα ροκ συγκρότημα. Βρισκόμαστε στο καθόλου ευρύχωρο χώρο ενός ραδιοφωνικού στούντιο και όλοι -με προεξάρχοντα ένα εμβληματικό όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια πρόσωπο του ελληνικού “lifestyle”- μοιάζουν βυθισμένοι στην ευθυμία(;) των καιρών και την ευφορία της νεότητας. Αργότερα, όταν η κάμερα βγει έξω από το στούντιο και περιπλανηθεί στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης, ο σημερινός θεατής, που δεν έχει ζήσει την εποχή, αισθάνεται αποπροσανατολισμένος: Η πόλη είναι η Αθήνα, αλλά θα μπορούσε να’ ναι και το Παρίσι της δεκαετίας του 60. Συνεντεύξεις στο δρόμο στο ύφος του cinéma-vérité, όπως στην ταινία Chronique d'un été (1961) των Jean Rouch και Edgar Moren (1), αναζήτηση απαντήσεων για μια έρευνα κοινωνιολογικού-ανθρωπολογικού  τύπου για το πρότυπο του άνδρα.
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν υποδεικνύει τη συνέχεια για τον σκηνοθέτη της ταινίας Θόδωρο Αγγελόπουλο. Αφετηρία της σκηνοθετικής του διαδρομής, η πρώτη μικρού μήκους ταινία του με τον τίτλο Εκπομπή (1968), δείχνει σε μια πρώτη προσέγγιση αταίριαστη μ’ ότι ακολούθησε, τόσο θεματικά όσο και στιλιστικά: κοντινά πλάνα, κάμερα στο χέρι, η ατμόσφαιρα της εποχής, τα ήθη της –«ποίο είναι το πρότυπο του ιδανικού άνδρα;»-, μια ανήσυχη σχεδόν νευρική σκηνοθετική οπτική, το αστικό τοπίο, το σήμερα. Όμως θα πρέπει να φθάσουμε στα μισά της ταινίας για να δούμε την πρώτη «ανορθογραφία»: ο ήρωας περπατά μόνος σ’ ένα άδειο δρόμο και η κάμερα τον ακολουθεί σ’ ένα παράλληλο με την κίνησή του τράβελιγκ. Ένα homage στο έργο του Ιάπωνα Kenji Mizoguchi ή μια ασύνειδη επιρροή; Ότι και αν είναι, αυτή η στιγμή της ταινίας είναι η κρίσιμη -όχι μόνο ως προς τη δραματουργία της, αφού για πρώτη φορά υποψιαζόμαστε ως θεατές την αποξένωση και μοναξιά του ήρωα- αλλά και γιατί μ’ αυτό εδώ το τράβελιγκ, και όσα άλλα θα ακολουθήσουν, θα αναγνωρίσουμε τις πρώτες εικόνες ενός σκηνοθετικού έργου.
Η ταινία Εκπομπή στη 20λεπτη διάρκειά της μοιάζει να διχάζεται ανάμεσα σε δύο κόσμους: από τη μια πλευρά είναι εσωτερικοί χώροι, στενοί και καθόλου ευρύχωροι -το ραδιοφωνικό στούντιο, το σπίτι του ήρωα-, αλλά και κάποιοι εξωτερικοί –η πλατεία και οι δρόμοι της πόλης- όπου υπάρχει εγγύτητα σωμάτων, επικρατεί συνωστισμός, πολυκοσμία, τα πρόσωπα δείχνουν σχεδόν εγκλωβισμένα στο κινηματογραφικό πλάνο. Εδώ η κάμερα μοιάζει σχεδόν να εφάπτεται των πρόσωπων και των σωμάτων, και είναι εδώ, σ’ αυτό το μέρος, που μέσα από τρόπους «μοντέρνους» (γρήγορο μοντάζ, κάμερα στο χέρι), η αφήγηση προωθείται και η δραματική πλοκή αναπτύσσεται.
Και από την άλλη υπάρχουν τα αφηγηματικά κενά, οι παύσεις στον αφηγηματικό ρυθμό, οι νεκροί χρόνοι, οι κενοί χώροι, οι έρημοι δρόμοι -σαν ένα άδειο θεατρικό ντεκόρ-, με μόνο σημείο ζωής μια ανθρώπινη φιγούρα, τον ήρωα: εδώ εγκαθιδρύεται μια μελαγχολική ατμόσφαιρα τόσο γνώριμη στο έργο του σκηνοθέτη. Όπως όταν ο ήρωας κατευθύνεται στο ραντεβού με τη σταρ και περιπλανιέται στους ανεξήγητα άδειους από ανθρώπινη παρουσία, κεντρικούς δρόμους της Αθήνας–μια αναφορά στον Antonioni αλλά και στους πίνακες του Giorgio de Chirico;  Ή όταν παρατηρεί σε μια έρημη παραλία ένα αυτοκίνητο Φολκσβάγκεν και ένα ζευγάρι που βγαίνοντας από τη θάλασσα να τρέχει να μπει μέσα σ’ αυτό. Ή ακόμα το πλάνο της παραλιακής λεωφόρου το σούρουπο, γεμάτης αυτοκίνητα, με τα φώτα τους αναμμένα, να πηγαινοέρχονται πάνω -κάτω, χωρίς όμως κανένα εμφανές ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Ή τέλος η σκηνή στην κορύφωση της ταινίας με τον ήρωα να βρίσκεται μόνος στο τώρα άδειο ραδιοφωνικό στούντιο. Αυτές είναι οι προνομιακές στιγμές της ταινίας. Τώρα το βλέμμα του σκηνοθέτη είναι διακριτικό, σχεδόν απόμακρο, τα πλάνα μακρινά και μέσα στο τοπίο η ανθρώπινη φιγούρα αποτελεί απλώς σημείο ενός απέραντου συνόλου.
Εδώ σ’ αυτό τμήμα της ταινίας, οι «μοντέρνοι τρόποι» διαλύονται, το «εύθυμο πνεύμα» της εποχής εξατμίζεται. Ξαφνικά εδώ σ’ αυτές τις νεκρές στιγμές, το άλλο μέρος της ταινίας -το «ζωντανό», το «σύγχρονο», το συνωστισμένο από σώματα και πρόσωπα- δείχνει ρηχό, επιφανειακό, χωρίς ουσία, μια καρικατούρα χωρίς βάθος -και γι’ αυτό  ο αφηγηματικός χρόνος και χώρος, η δραματική πλοκή καταρρέουν. Ότι απομένει είναι ένας άνθρωπος μόνος, απορροφημένος και βυθισμένος στις σκέψεις του, ίσως αντιμέτωπος με τις επιθυμίες και τους πόθους του: τα βαριά σύννεφα της μελαγχολίας τον σκιάζουν. Απελευθερωμένος πλέον από τον εγκλωβισμό του στο στενό πλαίσιο του κινηματογραφικού κάδρου, ο ήρωας (και μαζί του ο θεατής) εξέρχεται του παρόντος κόσμου και εισέρχεται σ’ ένα σύμπαν στοχασμού. Είναι ένας μοναχικός περιπατητής στην πόλη, ένας μποντλερικός flâneur, ένας πλάνης στα τοπία της ψυχής, ο άνθρωπος μόνος μέσα στο σύμπαν, γυμνός από κάθε αναφορά: μια ποιητική συνείδηση «εν τη γενέσει» της.

Δημήτρης Μπάμπας

1  Κατά τη διάρκεια της παραμονής του τη δεκαετία του 60 στο Παρίσι, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είχε μαθητεύσει δίπλα στον .Jean Rouch.

Υπόθεση της ταινίας: Στα πλαίσια μιας διαφημιστικής ραδιοφωνικής εκπομπής, μια ομάδα δημοσιογράφων προσεγγίζει διαβάτες στο δρόμο θέτοντάς τους το ερώτημα «ποίος είναι ιδανικός άνδρας;». Όταν εντοπίσουν ένα νεαρό άνδρα, με «χαρακτηριστικό: ουδέν», θεωρούν ότι έχουν βρει την απάντηση. Του προτείνουν να παρουσιαστεί στο στούντιο με ανταπόδοση  λίγες ώρες συναναστροφής με μια νεαρή σταρ. Ο νεαρός άνδρας αποδέχεται την πρότασή τους.