του Σταύρου Τσιώλη
tsiolis.jpg

Οι δηλώσεις του Σταύρου Τσιώλη
"Πρέπει να συμβιβαστούμε με τη μετριότητα και με την ιδέα πως θα κάνουμε "μικρές ταινίες" γιατί μόνο έτσι μπορεί να ξανακερδίσουμε την εμπιστοσύνη του κοινού που έχει κουραστεί από τις προσωπικές, υπαρξιακές και "βαθυστόχαστες" αγωνίες των δημιουργών.
Αν θέλουμε να κρατήσουμε κάποια ίχνη αξιοπρέπειας, πρέπει να φτάσουμε στο σημείο να μπορούμε να αυτοχρηματοδοτούμε τις ταινίες που κάνουμε.
Δεν αρνούμαι τον Γκοντάρ και τη νουβέλ βαγκ, αλλά φτάνει πια η... επανάσταση, γιατί ο κόσμος κουράστηκε κι έφυγε από τις αίθουσες. Πρέπει να τον ξανακερδίσουμε
Ανθρώπους σαν τον Γιάννη Ζουγανέλη ή το Σάκη Μπουλά είναι άδικο ο κινηματογράφος να τους θωρεί ξένους, επειδή σημειώνουν επιτυχία στην τηλεόραση. Νομίζω ότι η ερμηνεία τους δικαιούται αυτή τη χαρά και το λέω με όλη μου την καρδιά. Πιστεύω εξάλλου ότι ένα βραβείο σ' αυτούς, θα άνοιγε και την πόρτα σε άλλους παραγνωρισμένους ηθοποιούς, που ξοδεύονται σε διάφορους χώρους του θεάματος, να τους κάνει να πιστέψουν ότι ο κινηματογράφος μπορεί να τους δεχθεί, ότι δεν τους αποβάλλει. Είναι κρίμα που εμείς οι κινηματογραφιστές δεν εμπιστευόμαστε ηθοποιούς που και ταλέντο διαθέτουν και ο κόσμος τους αποδέχεται, με το πρόσχημα της φθοράς που ενδεχομένως υφίστανται εξαιτίας των συχνών εμφανίσεών τους στο ελληνικό κοινό.
Με μεθάει ο δρόμος. Ξέρετε δεν είχα ταλέντο μεγάλου οδηγού. Πλησίασα τα ράλι, γιατί με γοήτευε η ιδέα που είχα για τους μεγάλους οδηγούς που φλερτάρουν με τον κίνδυνο. Στο παλιό μου αυτό χόμπι ανακάλυψα αυτή τη γραμμή του δρόμου όπου ξαφνικά χάνεις τη συναίσθηση της πραγματικότητα και περνάς σε μια άλλη διάσταση, που στην καθημερινή εμπειρία ποτέ δε θα βιώσεις. πι όλα αυτά τόσο κοντά στο θάνατο... Αν λίγο ξεφύγεις απ' αυτή τη γραμμή σε περιμένει ο θάνατος. Ίσως βέβαια
και μια ευχάριστη έκπληξη... Γεύτηκα αυτό το συναίσθημα, αλλά με τρόμαξε κιόλας. Με κέρδισε πάλι η ζωή. Ή η ζωή στο δρόμο, αν θέλετε. Μ' αρέσει να γυρίζω ταινίες για το δρόμο..."
αποσπάσματα απο συνεντεύξεις του Σταύρου Τσιώλη
tsiolis2.jpg
Ένα αιρετικό σινεμά
Ο Σταύρος Τσιώλης και η ταινία του Ας περιμένουν οι γυναίκες είναι μια αιρετική απάντηση στο κινηματογράφο "ποιότητας" που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στον χώρο του ελληνικου σινεμά: η ταινία είναι πλημμυρισμένη από μια μουσική που είναι ικανή να προκαλέσει τόσο την αποστροφή του βλέμματος όσο και των ώτων στο "ποιοτικό" θεατή.
Αλλη μια κωμωδία καταστάσεων, άλλη μια ταινία δρόμου για τον σκηνοθέτη; Όχι μόνο. Αυτήν την φορά ο σκηνοθέτης προχωρεί σε κάποιες ουσιαστικές αλλαγές: επιλέγει τα τοπία της Μακεδονίας -αντί της Πελοποννήσου- και επιπλέον και αυτό είναι το πιο ουσιαστικό δίνει τους δύο κεντρικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους σε δύο ηθοποιούς που έγινα ευρύτερα γνωστοί από την τηλεόραση.
Μακριά από σκοτεινή ατμόσφαιρα και την καταθλιπτική αίσθηση του βορειοελλαδίτικου τοπίου που συναντάμε σ' άλλες ελληνικες ταινίες, εδώ το βλέμμα του σκηνοθέτη αναδεικνύει κάποιες ανάλαφρες, αλλά και εξίσου ουσιαστικές διαστάσεις του τοπίου, ανακαλύπτει μια terra incognita για τον ελληνικό κινηματογράφο.
Το πέρασμα από το Δερβένι -το φυσικό σύνορο που χωρίζει τον κάμπο της Θεσσαλονίκης από την μακεδονική ενδοχώρα- είναι και η είσοδος σ' αυτόν το παρθένο -από το σκηνοθετικό βλέμμα- κόσμο. Σ' αυτό τον κόσμο τα κεντρικά πρόσωπα της ταινίας -μακριά από τις υποχρεώσεις και δεσμεύσεις του αληθινού κόσμου- αποκτούν κάποιες απροσδόκητες -για ελληνική ταινία- διαστάσεις: ανακαλύπτουν την χαμένη αθωότητα τους, βυθίζονται μέσα στο κόσμο των ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Ο κόσμος της ταινίας είναι ο κόσμος των επιθυμιών της παιδικής ηλικίας και τα πρόσωπα της άλλοτε χωρίς (Ζουγανέλης) και άλλοτε με αντιστάσεις (Μπουλάς), αλλά μαζί τους και οι θεατές, παραδίδονται τελικά αμαχητί σ' αυτόν τον κόσμο.
tsiolis3.jpgΚέντρο σ' αυτό το σύμπαν των ανεκπλήρωτων επιθυμιών είναι η γυναίκα: καθώς ο κόσμος των κωμωδιών του Τσιώλη είναι κατά βάση ένας ανδρικός κόσμος (με εξαίρεση την ταινία Ακατανίκητοι εραστές), η γυναικεία παρουσία, μέσα από την μακρινή απουσία της, αποκτά κάποιες μυθικές και μεταφυσικές διαστάσεις: γίνεται η βαθύτερη έκφραση, αλλά τελικά και το ανεκπλήρωτο αίτημα αυτών των απωθημένων επιθυμιών. Έτσι οι συναισθηματικές περιπλοκές και οι αναταράξεις που δημιουργεί η γυναικεία παρουσία στον μύθο της ταινίας, πέρα από το να προσφέρουν την πρώτη ύλη για μια κωμωδία καταστάσεων, προσδιορίζουν ταυτόχρονα τους τόπους απόδρασης για τους ήρωες της, γίνονται παραμυθίες, μέσα και τρόποι διαφυγής από το αστικό τοπίο και τις δεσμεύσεις της ενήλικης ζωής.
Στην διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος -όπως εξάλλου και σε κάθε ταινία του σκηνοθέτη-, οι ηθοποιοί διαδραματίζουν ίσως τον σημαντικότερο ρόλο. Εδώ έχουμε και την σημαντικότερη μετατόπιση που συμβαίνει στο σύμπαν του σκηνοθέτη: η χρήση μη ερασιτεχνών ηθοποιών στους δύο κεντρικούς ρόλους -καθώς ο Αργύρης Μπακιρτζής παραμένει πάντα το alter ego του σκηνοθέτη, διαχειριστής αλλά και θεατής της αφήγησης- απομακρύνει τις ρεαλιστικές διαστάσεις που αυτοί έφεραν σε προηγούμενες ταινίες (Παρακαλώ γυναίκες μη κλαίτε) και δημιουργεί κάποιους ιδιαίτερους συνειρμούς στον θεατή. Είναι οι μνήμες από τις κωμωδίες του παλαιού ελληνικού κινηματογράφου, που έρχονται στην επιφάνεια από τους δύο κωμικούς -Ζουγανέλης και Μπουλάς: έτσι ο θεατής γίνεται μάρτυρας μιας απροσδόκητης συνάντησης και των περιπλοκών της. Όπως οι παλαιές ελληνικές ταινίες, χαρακτηριζόταν από την ανοικονόμητη παρουσία των κωμικών και την αδυναμία των σκηνοθετών να ελέγξουν την υποκριτική τους, έτσι και εδώ οι δύο κωμικοί (αλλά κυρίως ο Ζουγανέλης) μέσα από την πληθωρικότητα της υποκριτικής τους, μέσα από μία διάθεση θεατρικής αυτοπροβολής, δείχνουν να αντιστρατεύονται τους χαμηλούς τόνους που κυριαρχούσαν σε προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη.
Αυτό εξάλλου φαίνεται να είναι και το ρίσκο που ο σκηνοθέτης πήρε σ' αυτήν την ταινία: εξόριστος στην μακεδονική γη έπρεπε να αντιπαλέψει την πληθωρικότητα της υποκριτικής, να επιβάλλει την λιτότητα και οικονομία. Όμως ακριβώς αυτή η σύγκρουση -ή η αντίθεση ανάμεσα στο σκηνοθετικό παρελθόν και στο νέο που φέρνει αυτή η ταινία- είναι και όλη η γοητεία της ταινίας: ο σκηνοθέτης σέβεται τα πρόσωπα της ταινίας του, τους προσφέρει την δυνατότητα να αναπνεύσουν στους δικούς τους ρυθμούς, δεν τους στερεί το οξυγόνο τους.

Δημήτρης Μπάμπας