(Το μπλε καφτάνι)
της Maryam Touzani
(η κριτική της Ζωής- Μυρτώς Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2223_le-bleu-du-caftan.jpg

Όπως η αγάπη το έχει συνήθειο να ξεπροβάλλει απ’ τις πιο απρόσμενες γωνιές, το ίδιο κάνουν πότε-πότε κι οι ωραίες ταινίες, κι αρχίζουν να στροβιλίζονται μόλις τις διαλέξουν τριγύρω και μέσα στο θεατή, φωτίζοντας το σκοτάδι της αίθουσας κι εξαγνίζοντας λιγάκι την ψυχή, σαν για λίγο να την αλάφρυνε ένα θαύμα. Παρόμοια θαύματα ξέρουν να κάνουν και τα χέρια του μααλέμ Χαλίμ, του παραδοσιακού μαροκινού ράφτη, όμορφου ακόμα παρά τα χρόνια του, αρκεί οι κυράδες που όλο και διαλέγουν το ταπεινό τους μαγαζί να συμφωνήσουν με τη γυναίκα του, Μίνα, που το διαφεντεύει στα υφάσματα και την τιμή και να αποδεχτούν τον καιρό που χρειάζεται το σωστό καφτάνι για να ραφτεί – για να γίνει όμορφο και να κρατήσει.  Η τέχνη του καφτανιού, θέλει χρόνο κι υπομονή, κι οι μαθητευόμενοι τα παρατάν και φεύγουνε, όχι όμως, κι ο νεαρός Γιουσέφ που όλο κοιτάει για να μάθει τον μααλέμ Χαλίμ – στα μάτια, όμως κι όχι μόνο στα χέρια. 25 χρόνια που ο Χαλίμ κι η Μίνα είναι μαζί, όσα λέγονται μεταξύ τους έχουν ειπωθεί, τα υπόλοιπα ο Χαλίμ τα βρίσκει στα κλεφτά στο ανδρικό χαμάμ που πηγαίνει μόνος του κι η Μίνα κάνει ότι δεν το προσέχει. Το ίδιο κάνει και με την υγεία της που χειροτερεύει και μόνο τα αγαπημένα της μανταρίνια τρώει πια κι όσο ο Χαλίμ ράβει το υπέροχο μπλε καφτάνι με τη χρυσή κλωστή, εκείνη εχθρεύεται το Γιουσέφ για κάτι που λέει πως έκανε ή ίσως και για κάτι που μπορεί να της πάρει…
Ανθρωποκεντρική κι ανθρώπινη, μετρημένη κι εσωτερική, χωρίς συναισθηματισμούς αλλά με βαθύ συναίσθημα και γι αυτό συγκινητική όσο δεν παίρνει, κινηματογραφημένη καθάρια σαν το νεράκι της πηγής και πετυχαίνοντας με ακρίβεια κάθε στόχο, με εικόνες που μαρτυρούν τ’ ανείπωτα της πλοκής και ερμηνείες που τιμούν αξιοζήλευτους χαρακτήρες, το Μπλε Καφτάνι της Μαριάμ Τουζανί, είναι ένα μικρό κομψοτέχνημα με ουσία και νόημα, που αγκαλιάζει το βλέμμα και την καρδιά σαν τα περίτεχνα καφτάνια του Χαλίμ, και τελειώνοντας σου αφήνει κάτι για να πάρεις μαζί σου. Με κλωστή επίτηδες ορατή -μια και στο καλό καφτάνι το κέντημα πρέπει και να φαίνεται αψεγάδιαστο- η σκηνοθέτρια ξεγελάει με τις πρώτες της βελονιές πως θα μιλήσει για μια αγάπη λειψή, ενώ στα κρυφά κεντάει δύο μαζί και μάλιστα ολόκληρες με την υπέρβαση και την έλλειψη εγωισμού να γίνονται λέξεις-βελονιές που σ’ αυτήν την ταινία ισχύουν κιόλας. Κι όλα αυτά χωρίς να ωραιοποιείται τίποτα, αφού όλα είναι εκεί και δείχνονται ακόμα κι ως υπαινιγμοί: οι κοινωνικοί κι εσωτερικοί περιορισμοί, η εσωτερικευμένη ομοφοβία, η παραίτηση, ο σεξισμός, η αστυνομοκρατία, τα ανείπωτα του καθενός κι η μαυρισμένη του ψυχή, η παράδοση που για να επιζήσει πρέπει ν’ αντιπαλέψει την ευκολία, το άδικο, η απώλεια, η ζήλεια, κι ο θάνατος που τα νικάει όλα.  Ή ίσως όχι και όλα, αφού, όπως έλεγε κι ο Απόστολος Παύλος σ’ εκείνη την περίφημη προς Κορινθίους επιστολή όταν η αγάπη μακροθυμεί και δεν τσιγκουνεύεται, τότε είναι που μακροημερεύει. Ακόμα και μετά από μας, ως ανάμνηση στη μνήμη κάποιου άλλου ή και του θεατή -μια κι αυτό δεν είναι πού κάνει ή τέχνη;- αρκεί κάποιος να δεχτεί να βγει απ’ το επίκεντρο, κι απλά να την αφήσει να συνεχιστεί, όπως κάνει η Μίνα με το Χαλίμ και το Γιουσέφ, δηλαδή που κι αυτοί της δίνουν -κι ας μην το μάθει ποτέ- το καφτάνι μαζί, αφού πρώτα εκείνη δέχτηκε να τους αφήσει κληρονομιά ό,τι έζησε, μια κι όπως λέει ο μααλέμ Χαλίμ το καλό καφτάνι κρατάει περισσότερο απ’ αυτήν που το φοράει. Κι απ’ ότι φαίνεται δεν μιλούσε μόνο για ένα ρούχο...  Κι αν είναι να ειπωθεί κάτι τελευταίο ίσως αξίζει το εξής: λίγες φορές στο σινεμά στενοχωριέται κανείς και ταυτόχρονα περνάει καλά, κι αυτό, το Μπλε Καφτάνι το πετυχαίνει.