του Pavel G. Vesnakov
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2122_german-lessons.jpg

Τα μαγνητοφωνημένα μαθήματα γερμανικών άνευ διδασκάλου δε φαίνεται να βοηθάνε και πολύ τον Nikola να αφομοιώσει τις μέρες της εβδομάδας, καθώς οδηγεί μέσα από παρηκμασμένες γειτονιές της Σόφιας ή πολυσύχναστους αυτοκινητόδρομους και ο λογισμός του τρέχει αλλού. Έτσι όπως διαδέχονται ρυθμικά και άτονα η μία την άλλη, πρώτα στη βουλγαρική και μετά στη γερμανική, οι μέρες χάνουν το πραγματικό τους νόημα, καταντούν ξερό σημείο, ενώ η εκνευριστική μονοτονία τους κάθε άλλο παρά προοιωνίζει έναν τόπο επαγγελίας για τον πενηντάχρονο οδηγό που έχει χάσει το τρένο εδώ και καιρό. Εξάλλου ως το τέλος κανείς δεν ξέρει αν ο Nikola  θα τολμήσει το ταξίδι στη Γερμανία, και μαζί του την πολυπόθητη καινούρια αρχή. «Μήπως πετάνε τα γουρούνια;», του λέει χαρακτηριστικά ο πατέρας του σε έναν από τους εξαιρετικούς διαλόγους της ταινίας.
Θεριό ανήμερο, κινητή βόμβα έτοιμη να εκραγεί σε κάθε συγκυρία –αν και οι περισσότερες δεν είναι και οι καλύτερες- ο Nikola είναι γεμάτος θυμό και βουτηγμένος στην απόγνωση. Από τη μια εκπνέει η περίοδος της δικαστικής του επιτήρησης λόγω βίαιης συμπεριφοράς, από την άλλη πλησιάζει η μέρα της οριστικής του αναχώρησης. Μετέωρος και στην ουσία αναποφάσιστος, τραχύς στην όψη αλλά με καρδιά και αφέλεια μικρού παιδιού, ξεκινάει ένα αγχωτικό οδοιπορικό με το παλιό του κάραβαν και ένα σιδερωμένο λευκό πουκάμισο στο δίπλα κάθισμα σε εφεδρεία, για να αποχαιρετήσει, να καθησυχάσει, να ζητήσει συγχώρεση. Να κλείσει έτσι κεφάλαια της ζωής του που δεν ευτύχησαν, να κατευνάσει στην πραγματικότητα τους δικούς του φόβους και τις ανασφάλειες, μέσα από τρεις στάσεις-σταθμούς : πρώτα από τη μητέρα, μετά από την πρώην σύζυγο και τα παιδιά και τέλος από τον πατέρα.  Η ταινία εστιάζει κυρίως στην τελευταία συνάντηση. Γι αυτό και το πρόσωπο του πατέρα επανέρχεται.      
Ρεαλιστική απεικόνιση μιας κοινωνίας σε βαθιά οικονομική και ηθική κρίση, αλλά και πορτρέτο ενός αποκλεισμένου στο περιθώριο άντρα που η ζωή του, -καθ’ ομολογία του ίδιου-, εξελίχθηκε σε μία σειρά από λάθη, η πρώτη μεγάλου μήκους  ταινία του Vesnakov κινείται σε πολλά επίπεδα. Εδώ η κάμερα ακολουθεί τον ήρωα εν δράσει στις αγχωτικές του διαδρομές, είτε κατά πόδας, είτε από το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, είτε ζουμάροντας κατ’ ευθείαν στο πρόσωπό του, καθιστώντας τον θεατή μέτοχο του θυμού ή της συναισθηματικής του αστάθειας. Από την άλλη μεταμορφώνεται σε κάμερα παρατήρησης των ενδοοικογενειακών σχέσεων, όταν εισέρχεται στους κλειστούς οικογενειακούς  χώρους, αποκαλύπτοντας αθέατες πτυχές και καταπιεστικές σχέσεις με την ίδια δύναμη και διεισδυτικότητα που παρατηρούμε στο νέο ρουμανικό κινηματογράφο. Για να βάλει τέλος τη δική της προσωπική σφραγίδα στις στιγμές που από κάποια απόσταση, μέσα από μισάνοιχτες πόρτες και παράθυρα αποτυπώνει κάτι από τη μελαγχολία και τα αδιέξοδα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Τι είναι αυτό που αποζητάει τελικά ο Nikola; Και τι φοβάται περισσότερο; Με αυτή την αγωνιώδη και επίμονη αναζήτηση της συμφιλίωσης και αποδοχής θυμίζει σχεδόν νταρντενικό ήρωα, μόνο που τα δικά του ηθικά διλήμματα, αν και υπαρκτά, φαίνονται πιο αδύναμα. Εδώ ωστόσο λειτουργεί ευρηματικά η παρουσία ενός σκύλου: Η αγωνιώδης αναζήτησή του, η πολύωρη μεταφορά του κουφαριού του μέσα από τα υπό κατάρρευση προαστιακά τοπία και η τελική απίθανη λύση όχι μόνο συνιστούν συνδετικά σημεία της αφήγησης, αλλά  αναδεικνύουν και τη σεναριακή μαεστρία του σκηνοθέτη. Γιατί οδηγούν στην τελική λυτρωτική σκηνή, παράθυρο ελπίδας και παρηγοριάς, απάντηση ίσως και στα παραπάνω ερωτήματα. Ο Vesnakov σκιαγραφώντας με χρώματα σκαιά και λιτές γραμμές ένα περιβάλλον οικείο, καταφέρνει να μας παραδώσει μια βαθιά ανθρώπινη οικουμενική ιστορία.     

της Καλλιόπης Πουτούρογλου