(Ο Βασιλιάς Ληρ)
του Grigori Kozintsev
korollir.jpg

Ο Κόζιντσεφ/ Grigori Kozintsev ύστερα από μια αριστουργηματική μεταφορά του Άμλετ στην οθόνη, επιστρέφει στον γνώριμο κόσμο του Σαίξπηρ με έναν επικό Βασιλιά Λήρ, που στηρίζεται στη ρωσική απόδοση του Μπόρις Πάστερνακ (η οποία δεν είναι μια απλή μετάφραση, αλλά αποτελεί ήδη μια ερμηνεία του σαιξπηρικού έργου). Οι Κόζιντσεφ-Πάστερνακ παρουσιάζουν το βασιλιά Λήρ σαν έναν μεσαιωνικό Ιβάν τον Τρομερό, δεσποτικό κι αυταρχικό, αποκομμένο απ’ το λαό, που δεν μπορεί να κατανοήσει τις ιστορικές εξελίξεις που συντελούνται γύρω του.
«Στο Βασιλιά Ληρ η δράση τοποθετείται στο Μεσαίωνα» γράφει ο Βασίλης Ραφαηλίδης στο Σύγχρονο Κινηματογράφο 16 (1971), «όταν δηλαδή η φεουδαρχική Μοναρχία άρχιζε να γίνεται Δεσποτική και τα τιμάρια να συγκεντρώνονται σε ευρύτερες διοικητικές ενότητες. Ο γέρο-βασιλιάς Ληρ επιχειρεί μια αντιστροφή της ιστορικής φοράς: θέλει να επαναφέρει το τιμαριακό καθεστώς μοιράζοντας το βασίλειο στις τρεις κόρες του, αλλά παράλληλα προσπαθεί να διατηρήσει μια υψηλή κυριότητα πάνω σ’ αυτά τα τιμάρια. Μ’ αυτό το εκ των προτέρων καταδικασμένο τέχνασμα αποπειράται ν’ απεκδυθεί της ευθύνης της διακυβέρνησης χωρίς ωστόσο να παραιτηθεί και από τις απολαβές που συνεπάγεται η εξουσία. Η σύγκρουση λοιπόν προσδιορίζεται απ’ την αντιπαράθεση μιας βούλησης στο ιστορικό γίγνεσθαι. Ο Ληρ δεν είναι σε θέση να καταλάβει πως Εξουσία και Διακυβέρνηση είναι έννοιες ταυτόσημες, ότι δηλαδή μεταβιβάζοντας τη Διακυβέρνηση χάνει αυτόματα και την Εξουσία. Μ’ άλλα λόγια η Μοίρα του είναι ιστορικά και όχι μεταφυσικά καθορισμένη».
Πρόκειται λοιπόν για έναν καθαρά πολιτικό παιχνίδι για την Εξουσία, που ο Κόζιντσεφ αποδίδει μ’ έναν μεγαλόπρεπο επικό ύφος, παραλείποντας πολλούς διάλογους και τυπικούς προβληματισμούς του Σαίξπηρ. Η Σκωτία του είναι μια άγονη, απέραντη, γυμνή χώρα, όπου ο λαός προσπαθεί μάταια να βρει καταφύγιο στα τρομακτικά σε όψη κι αφιλόξενα κάστρα των Δεσποτάδων. Το φυσικό τοπίο γίνεται ένα αναπόσπαστο δραματουργικό στοιχείο της δράσης, υποδηλώνοντας την αιωνιότητα σε αντιπαράθεση με τον εφήμερο βίο των ανθρώπων. Όλη η ταινία εξάλλου κυλά σαν ένα ορμητικό ποτάμι που συμπαρασύρει τα πάντα στο πέρασμα του, χωρίς ν’ αφήσει περιθώρια για δισταγμούς ή φιλοσοφικούς στοχασμούς. Ο Κόζιντσεφ πριμοδοτεί τα τεράστια γενικά πλάνα, που του επιτρέπουν να κάνει εντυπωσιακές φορμαλιστικές συνθέσεις με τη διάταξη των κομπάρσων μέσα στο φυσικό τοπίο. Μοναδική εξαίρεση στο λίγο πομπώδες ύφος της ταινίας αποτελεί το συγκρατημένο παίξιμο του Γιούρι Γιάρβετ στο ρόλο του Ληρ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η φυσιογνωμία του «τρελού», που ο Κόζιντσεφ παρουσιάζει σαν απλό άνθρωπο του λαού γι’ αυτό είναι πιο κοντά στην ιστορική αλήθεια.

(από την έκδοση 1916-1986- Μια συλλογή ταινιών, εκδ. Studio-Παράλληλο Κύκλωμα)