sissako2.jpg
Σκηνοθέτης αλλά και σεναριογράφος και παραγωγός, ο Abderrahmane Sissako/ Αμπντεραμάν Σισακό θεωρείται ως ένας από τους πιο αξιόλογους εκπρόσωπους του αφρικανικού σινεμά, καθώς και ένας από τους βασικούς πρεσβευτές του αγώνα για την βελτίωση των συνθηκών στην αφρικανική ήπειρο.
Ο Αμπντεραμάν Σισακό γεννήθηκε στη Μαυριτανία, μεγάλωσε στο Μάλι, σπούδασε στη Ρωσία και πλέον ζει και εργάζεται στη Γαλλία. Παρά τα γεωγραφικά ταξίδια του, στην καρδιά των ταινιών του βρίσκεται πάντα η Αφρική. Οι πολιτικές του ευαισθησίες υποκινούνται από ένα γνήσιο ανθρωπιστικό ενδιαφέρον για τους αφρικανούς, τις συνθήκες διαβίωσής τους, τις επιπτώσεις που έχει στην καθημερινότητα και τις παραδόσεις τους η επιρροή από τη Δύση, αλλά και την προκατάληψη που συναντούν από την πλευρά της Ευρώπης. «Είναι πολύ πιο εύκολο για έναν Ευρωπαίο να πάει στην Αφρική απ’ ότι είναι για έναν Αφρικανό να αγγίξει τις ακτές της Ευρώπης. Η Ευρώπη είναι ακόμα ένα κλειστό σύμπαν και εύχομαι να μπορούσαν οι πολίτες της να ανοιχτούν σε διαφορετικές επιρροές. Όλοι ζούμε στον ίδιο κόσμο και μόνο προς όφελός μας μπορεί να είναι η αποδοχή και η ενσωμάτωση διαφορετικών ανθρώπων και ιδεών», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Σισακό.
Στο έργο του παρατηρείται έντονο το στοιχείο της αναζήτησης για την ταυτότητα και τις ρίζες, στοιχείο που ενισχύεται επιπλέον από τις αυτοβιογραφικές αναφορές με τις οποίες ο σκηνοθέτης ντύνει τις ταινίες του. Ο ίδιος Αμπντεραμάν Σισακό δηλώνει: «Το μονοπάτι της ζωής μου είναι, κατά κάποιον τρόπο, εκείνο που ακολουθεί ένας άνθρωπος δίχως ρίζες. Φαίνεται πως αυτή είναι η μοίρα μου και επιθυμώ να την ακολουθήσω μέχρι το τέλος». Οι εικόνες του Σισακό δίνουν την εντύπωση μιας αμεσότητας, ή ακόμα και οικειότητας, κάτι που οφείλεται εν μέρει στην έμφασή του στον αυτοσχεδιασμό και τη χρήση ερασιτεχνών ηθοποιών. Όπως αναφέρει κι ο ίδιος: «Προσπαθώ πάντα να ενσωματώνω τις προσωπικές ιστορίες και ζωές των “ηθοποιών” μου στη μυθοπλασία. Όλοι τους μου προσφέρουν τον εσωτερικό τους πλούτο και την ομορφιά τους, καθώς και δραματικά στοιχεία που δε θα μπορούσα να είχα βρει αλλού». Είναι σημαντικό άλλωστε για εκείνον, όπως δηλώνει, να μην είναι το αφεντικό στα γυρίσματα, αλλά να μοιράζεται με τους υπόλοιπους συνεργάτες του τις εμπειρίες και τις ελπίδες του. «Η δυσκολία με τους ερασιτέχνες ηθοποιούς έγκειται στην επιφυλακτικότητά τους να ανοιχτούν, αλλά πάντα προσπαθώ να καλλιεργήσω ένα κλίμα εμπιστοσύνης για να προωθήσω το διάλογο. Και πολύ συχνά, τα συναισθήματα που συνεισφέρουν αυτοί οι μη-ηθοποιοί στους ρόλους τους υπερβαίνουν και με το παραπάνω τις σκηνοθετικές προσδοκίες μου απ’ αυτούς».
sissako1.jpg
Το 1993 προβλήθηκε στο φεστιβάλ του Λοκάρνο η μικρού μήκους ταινία Octobre, μια σπουδή πάνω στο θέμα της εξορίας. Πέντε χρόνια μετά, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του Σισακό με τίτλο Η ζωή πάνω στη γη (1998) συμμετείχε στο τμήμα Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στο φεστιβάλ Καννών. Η ταινία είναι ένας συνδυασμός μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, και είναι επιστρέφή του σκηνοθέτη στο χωριό του πατέρα του στο Μάλι μια μέρα πριν την αλλαγή της χιλιετίας. Ο Σισακό δε στέκεται όμως απλά σε μια αναπαράσταση της φτώχιας και της εξαθλίωσης του χωριού, επιλέγοντας αντ’ αυτού να εκφράσει, με το δικό του λυρικό τρόπο, τις σκέψεις του σχετικά με την περίπλοκη σχέση μεταξύ Ευρώπης και Αφρικής σε μια αφήγηση που συνοδεύεται από την ποίηση του Εμέ Σεζέρ.
Σχετικά οι New York Times αναφέρουν «Η Ζωή πάνω στη Γη δεν προσφέρει τις ζοφερές εικόνες της φτώχιας, της αρρώστιας και των πεινασμένων παιδιών που θεωρούμε πλέον ως δεδομένες στα ντοκιμαντέρ για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Αντιθέτως, συνθέτει το πορτρέτο ενός τρόπου ζωής, ο οποίος είναι τόσο πρωτόγονος και αποστασιοποιημένος από την υλική αφθονία και την τεχνολογική επιτήδευση της Ευρώπης, ώστε μένεις με την αίσθηση πως έχεις επισκεφθεί μια χώρα που έχει μείνει για πάντα “πίσω”, κυριολεκτικά καλυμμένη από τη σκόνη».
Το Περιμένοντας την ευτυχία (2002) παρουσιάστηκε στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ Καννών 2002, όπου και κέρδισε το βραβείο France Culture Καλύτερου Κινηματογραφιστή της Χρονιάς και το βραβείο FIPRESCI για «την εξαίσια, ποιητική αναπαράσταση των συναισθηματικών και χιουμοριστικών επιπλοκών που μπορούν να παρουσιαστούν στο δρόμο μιας απλής ζωής». Ο πρωταγωνιστής Αμπνταλάχ επιστρέφει στην πατρίδα του μετά από καιρό. Ουσιαστικά ένας ξένος στο ίδιο του το σπίτι, ο Αμπνταλάχ προσπαθεί να απορροφήσει όσα στοιχεία μπορεί προτού φύγει για την Ευρώπη. Μια διαλεκτική για την σύγκρουση Ευρώπης-Αφρικής, η ταινία Περιμένοντας την ευτυχία αγγίζει περισσότερο από άλλες ταινίες του Σισακό τους προβληματισμούς του για την αναθεώρηση, ή απλά την εύρεση, της ταυτότητας, με απευθείας αναφορές στη δική του «μετέωρη» υπόσταση. Ένα ελεγειακό πορτρέτο μιας πόλης σε μετάβαση, η ταινία παρουσιάζει τον αγώνα της Αφρικής απέναντι στην δυτική επιρροή, τονίζοντας, όπως αναφέρει ο Σισακό, «ένα από τα προβλήματα της Αφρικής, το ότι δηλαδή οι άνθρωποί της σπάνια στέκονται απέναντι στην ίδια τους την εικόνα».
sissako3.jpgΗ τελευταία του ταινία Μπαμακό (2006) προβλήθηκε Εκτός Συναγωνισμού στο Φεστιβάλ Καννών. Σ’ αυτήν ο Αμπντεραμάν Σισακό στήνει ένα ιδιότυπο δικαστήριο στην αυλή ενός χωριού, όπου κατηγορούμενοι είναι η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο! Παράλληλα με τη δίκη όμως, η ζωή στο χωριό συνεχίζεται κανονικά. Μια αλληγορική ταινία που σπάει τα δεσμά με τους κλασικούς κανόνες αφήγησης, το Μπαμακό καταγγέλλει την διαιώνιση της υποταγής της Αφρικής στη Δύση, βάζοντας πλάι -πλάι τις πολιτικές αντιπαραθέσεις με τον ανθρώπινο παράγοντα. Γυρισμένο στο σπίτι του – νεκρού πλέον - πατέρα του Σισακό, το Μπαμακό αποτελεί μια εναλλακτική προσέγγιση στο πολιτικό σινεμά, τολμώντας μάλιστα να συμπεριλάβει μια χιουμοριστική σκηνή αλά σπαγγέτι γουέστερν, με αντίπαλους καουμπόιδες τον (παραγωγό στην ταινία) Ντάνι Γκλόβερ και τον Παλαιστίνιο σκηνοθέτη Ελία Σουλεϊμάν!
Το αγγλικό περιοδικό Sight and Sound αναφέρει «Η ταινία Μπαμακό του Αμπντεραμάν Σισακό ανακαλύπτει εκ νέου το πολιτικό φιλμ. Το Μπαμακό μοιάζει σα να είναι πολλές ταινίες μαζί: μελόδραμα, ντοκιμαντέρ, παρωδία. Ξεκινάμε παρακολουθώντας μια αργόρυθμη σαπουνόπερα από το Μάλι, με πινελιές ποιητικού ρεαλισμού, για κάποιες οικογένειες που μοιράζονται ένα μεγάλο σπίτι και μια αυλή. Αλλά μια επίσημη δίκη λαμβάνει χώρα στην αυλή, με τον αέρα να χτυπάει σα μαστίγιο τις μαύρες στολές και τις περούκες. Αυτή η ημι-μπρεχτική τεχνική φαντάζει περίεργη μόνο στιγμιαία. Όσο δύσκολο και να είναι να διατηρήσεις μια επιβλητική ατμόσφαιρα σε μια δίκη που πραγματοποιείται στο ύπαιθρο, ο Αμπντεραμάν Σισακό και οι χαρισματικοί ηθοποιοί του διαλύουν οποιαδήποτε υπόνοια αναχρονισμού. Θα περίμενε κανείς να λειτουργεί η δίκη ως ελληνικός χορός προς τη ζωή γύρω της, αγορεύοντας για το πολιτικό πλαίσιο της ζωής στο Μπαμακό, αλλά αυτή η ιεραρχία αντιστρέφεται: η δίκη παρέχει το κυρίως δράμα και οι φευγαλέες εικόνες της καθημερινότητας απλά διευκρινίζουν, ακόμα κι αν έχουν γυριστεί με όλη τη σιωπηλή προσοχή ενός Κιαροστάμι. Σε μια εποχή που η επίσημη παρουσίαση των πολιτικών κομμάτων βρίσκεται απέναντι σε ολοένα και αυξανόμενη απάθεια, αυτό το πρωτοποριακό έργο αναζωογονεί το είδος του πολιτικού δράματος, χωρίς – φαινομενικά – πολλή προσπάθεια».
Ενώ το Film Comment επισημαίνει «Καθώς προχωρά η ταινία, συνειδητοποιούμε πως όσο εύγλωττοι και να είναι οι συμμετέχοντες στη δίκη, οι λέξεις τους δεν είναι αρκετές για να περικλείσουν την εμπειρία των κατοίκων του χωριού γύρω τους. Ούτε καν η ταινία μπορεί. Η αφήγηση γίνεται τραγική, ο ήχος διαχωρίζεται από την εικόνα, οι λέξεις από τη μουσική, και μένουμε στο τέλος με μια απαρηγόρητη λύπη και αίσθηση απώλειας.».

(πηγή δελτίο τύπου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης)