(αποσπάσματα από μια συνέντευξη τύπου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1819_napszallta-sunset.jpg

[Για την ταινία  Napszállta (Sunset)] Η αλήθεια είναι ότι και στην πρώτη μου ταινία δυσκολεύτηκα αφάνταστα να βρω χρηματοδότηση κι ευτυχώς προέκυψε σαν μάννα εξ ουρανού το Hungarian Film Fund. Η δεύτερη ταινία μου βρήκε τον δρόμο της πιο εύκολα, ως θετική απόρροια της επιτυχίας που γνώρισε Ο γιος του Σαούλ. Θεωρώ βέβαιο πως αν υπέβαλα φάκελο ζητώντας χρηματοδότηση για το Sunset ως πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης, θα είχα μηδενικές πιθανότητες επιτυχίας. Η δική μου εμπειρία είναι ενδεικτική της κατάστασης που επικρατεί στο ευρωπαϊκό τοπίο της χρηματοδότησης ταινιών που επιθυμούν να ξεφύγουν από τις προκαθορισμένες νόρμες που επιβάλλουν η τηλεόραση και το ίντερνετ. Στην εποχή μας, όλα τα επιμέρους στάδια δημιουργίας μιας ταινίας, το σενάριο, η διεύθυνση ηθοποιών, η φωτογραφία, το μοντάζ, είναι υποχρεωμένα να συμμορφώνονται προς ένα κυρίαρχο μοτίβο που αναπαράγεται ασταμάτητα.
(...) Όπου κι αν απευθυνθείς, σε ευρωπαϊκά κονδύλια στήριξης του κινηματογράφου, σε παραγωγούς, στα τμήματα “Market” των φεστιβάλ, όλοι σου ζητούν να ακολουθήσεις την πεπατημένη, να δώσεις εξέχουσα έμφαση στο topic και τους χαρακτήρες της ταινίας. Το μόνο που έχει σημασία είναι η γενικόλογη ιστορία που αφηγείται η ταινία, για ένα κοινό το οποίο ωθούμε να αντιμετωπίζει την κινηματογραφική ταινία ως στείρα παράθεση μιας αλυσίδας γεγονότων. Τα σενάρια είναι αναγκασμένα να επιδεικνύουν συμβατότητα με τις σύγχρονες ανάγκες και προδιαγραφές της τηλεόρασης και του ίντερνετ, με αποτέλεσμα να υφίστανται όχι μια εξωτερικά κατευθυνόμενη λογοκρισία, αλλά μια ακόμη πιο επώδυνη αυτολογοκρισία. Αυτή η τάση είχε πρωτοεμφανιστεί στη δεκαετία του '80, όσον αφορά την τηλεόραση, αλλά πλέον έχει λάβει τις διαστάσεις μάστιγας, αποστερώντας το σινεμά από το γνώρισμα της πολυπλοκότητας και της ποικιλομορφίας, με το οποίο υποτίθεται πως είναι σύμφυτο.
(...) Πλέον, βασιζόμαστε σε υπέρμετρο βαθμό στους υπολογιστές, με αποτέλεσμα να αποκηρύσσουμε το δικαίωμα του σινεμά να αυτοπροσδιορίζεται ως αυτόνομη τέχνη, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ο δε τρόπος με τον οποίο είμαστε έτοιμοι να εγκαταλείψουμε ανεπιστρεπτί το παραδοσιακό φιλμ είναι καταδικαστικός για το κοινό, στο οποίο σταδιακά προσφέρουμε μια ολοένα και πιο συρρικνωμένη αισθητική εμπειρία. Πολύ σύντομα, ο κινηματογράφος θα αποτελεί υπόθεση και επάγγελμα αυστηρά των παραγωγών, με τους σκηνοθέτες να περιορίζονται στον άχαρο ρόλο της συλλογής δεδομένων, τα οποία θα επεξεργαστεί αργότερα μια μηχανή. Αν το σινεμά δεν υπερασπιστεί τον ίδιο του τον εαυτό, πολύ σύντομα θα καταλήξει να υποβαθμιστεί σε μία ανούσια παρέλαση εικόνων, με συνοδεία ποπκόρν, μια ακόμη εναλλακτική πηγή εύκολης διασκέδασης, εφάμιλλη με τα video games. Μάλλον είμαι από τους ελάχιστους ανθρώπους που θρηνούν για τη σταδιακή εξαφάνιση του παραδοσιακού φιλμ, αλλά ειλικρινά πιστεύω πως το κοινό αξίζει κάτι καλύτερο από μια παράθεση πληροφοριών και πίξελς.
(...) Οι ταινίες μου κουβαλούν μια πολύ έντονη προσωπική χροιά, αποκρυσταλλώνουν τη δική μου αντίληψη για την τωρινή εποχή, αλλά και για τα πεπραγμένα του παρελθόντος. Προσπαθώ να αποτυπώσω στην οθόνη εμπειρίες και σκέψεις που ξεφεύγουν από τα όρια του προκαθορισμένου και να βυθίσω τον θεατή σε μια κατάσταση που θα του αφήνει χώρο να ξεδιπλώσει τη φαντασία του και θα γεννά σκέψεις μέσα του, οι οποίες θα διαρκέσουν και δεν θα είναι εφήμερες.
(...) Στο Napszállta (Sunset) επιχείρησα να αποτυπώσω τη μύχια και εσωτερική πραγματικότητα που φωλιάζει στην ψυχή του κεντρικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου ήταν αναγκαίο να επιστρατεύσω μια πιο σύνθετη κινηματογραφική γλώσσα και ματιά σε σχέση με την πρώτη μου ταινία. Η απόπειρα να προσεγγίσω την ιδέα και την έννοια της υποκειμενικότητας, η οποία διατυπώνεται πάντοτε με έναν αδιόρατο τρόπο, εύλογα έθεσε υψηλότατες και πολύ δύσκολα διαχειρίσιμες καλλιτεχνικές και τεχνικές προσκλήσεις.
(...) Επιθυμία μου είναι να ταξιδέψω στην Ιστορία, όχι όμως με τον τρόπο με τον οποίο μελετούμε ένα ιστορικό βιβλίο ή τα ιστορικά ντοκουμέντα, αλλά προσπαθώντας να ψηλαφίσω τις αδρές γραμμές της ιστορικής εξέλιξης, που δεν είναι φανερές σε παρόντα χρόνο. Όταν η Ιστορία γίνεται ορατή και αντιληπτή, είναι συνήθως πολύ αργά.
(...) Πασχίζω να αποδώσω την υφή, τη χροιά και το συναίσθημα μιας ιστορικής περιόδου, να βυθιστώ μέσα της και όχι να την παρατηρώ αποστασιοποιημένα. Η παντοκρατορία του ίντερνετ στις μέρες μας έχει οδηγήσει σε μία αυτάρεσκη και ψευδαισθησιακή εποπτική ματιά επί των πραγμάτων, την οποία προσπαθώ να αποφύγω στις ταινίες μου.
(...)[Για την ταινία  Napszállta (Sunset)] Φανταστείτε ότι υπήρξε μια εποχή, όπου υπήρχαν εκατοντάδες μαγαζιά με γυναικεία καπέλα στη Βουδαπέστη και κάθε καπέλο που φτιαχνόταν αποτελούσε συνήθως μοναδικό κομμάτι, ειδική παραγγελία για τη γυναίκα που το αγόραζε και το φορούσε. Τα καπέλα συμβολίζουν τη λαμπρότητα της εποχής, την ίδια στιγμή όμως μια βαριά σκιά πέφτει πάνω σε αυτή την ατμόσφαιρα στιλ και κομψότητας. Η προσέγγιση στην οποία καταλήξαμε με την costume designer της ταινίας έγκειται, τρόπον τινά, σε μια μίξη ενστίκτου και στρατηγικής. Δεν θέλαμε να αναλύσουμε υπέρ το δέον τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθούμε, αλλά είχαμε κατά νου πως τα καπέλα και τα κουστούμια της κεντρικής ηρωίδας θα πρέπει να αποτυπώνουν το εύθραυστο του χαρακτήρα της και την αιθέρια φύση της, αλλά και τα πιο σκοτεινά μονοπάτια στα οποία εισέρχεται σταδιακά.

(πηγή δελτίο τύπου 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης)