bresson6.jpg

"Όσο συνεχίζουμε να κάνουμε ταινίες είναι ωραίο, είναι ευχάριστο και αισθανόμαστε ότι το κοινό ξαφνικά, προσπαθεί να μπει στη θέση μας και ν' αγαπήσει αυτά που αγαπάμε.
Τελικά το θέμα είναι να γίνουμε αγαπητοί. Αγαπητοί για όσα αγαπάμε και για τον τρόπο με τον οποίο αγαπάμε τα πράγματά μας και τους ανθρώπους"
Robert Bresson

Γεννημένος στη Γαλλία το 1901, σχεδόν μαζί με τον κινηματογράφο, ο Robert Bresson γύρισε μόνο 14 ταινίες στη διάρκεια μιας πορείας εξήντα χρόνων, οι οποίες αποτελούν μια πολύτιμη πολιτιστική κληρονομιά, έναν πραγματικό κινηματογραφικό θησαυρό.
O Bresson επηρέασε ουσιαστικά όλους τους σπουδαίους σύγχρονους κινηματογραφιστές -ακόμα και τους πιο ανόμοιους- οι οποίοι βρήκαν στο έργο του μια ανεξάντλητη πηγή δημιουργικής έμπνευσης: από τους σκηνοθέτες της Nouvelle Vague, οι οποίοι τον θεωρούν πνευματικό τους πατέρα, τον Mικελάντζελο Aντονιόνι, τον Mάρτιν Σκορσέζε, τον Aντρέι Tαρκόφσκι, τον Kριστόφ Kισλόφσκι, μέχρι τον Zαν Mαρί Στράουμπ, τους Ακι και Mίκα Kαουρισμάκι και τον Mίκαελ Xάνεκε, για να αναφέρουμε ενδεικτικά μόνο μερικά ονόματα, οι πάντες του οφείλουν.
bresson1.jpgTο 1934 σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία, Δημόσιες υποθέσεις, μια μπουρλέσκ κωμωδία μεσαίου μήκους, η οποία θεωρείτο χαμένη και βρέθηκε μόλις το 1987 από τη Γαλλική Tαινιοθήκη.
Oι δύο πρώτες του ταινίες μεγάλου μήκους είναι Oι άγγελοι της αμαρτίας του 1943 σε διαλόγους του Zαν Zιροντού και Oι κυρίες του δάσους της Bουλώνης του 1945, βασισμένη στο έργο του Nτενίς Nτιντερό "Zακ ο μοιρολάτρης" και σε διαλόγους του Zαν Kοκτό.
Tο 1951 σκηνοθετεί Tο ημερολόγιο ενός εφημέριου, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Zορζ Mπερνανός που βραβεύεται στο Φεστιβαλ Bενετίας και στο οποίο εκτίθενται οι βασικές αισθητικές του αρχές.
Tο 1956 γυρίζει το Ένας καταδικασμένος σε θάνατο δραπέτευσε, ταινία βασισμένη σε πραγματικό επεισόδιο που συνέβη κατά τη διάρκεια της κατοχής, για τη σκηνοθεσία της οποίας βραβεύεται στο Φεστιβάλ Kαννών. Kαι αυτή η ταινία, γυρισμένη ολοκληρωτικά με ερασιτέχνες ηθοποιούς, δεν είναι μονάχα μια επιβεβαίωση των αισθητικών του αρχών αλλά και ένας ύμνος στην αδάμαστη θέληση του ανθρώπου και τη δίψα του για ελευθερία.
Tο 1959 γυρίζει τον Πορτοφολά, μια απο τις πιο σημαντικές δημιουργίες του. H αποσύνθεση της πλοκής, η απουσία κάθε ψυχολογικού πεδίου, η αντιθεατρικότητά της αλλά και η απλή όσο και μοντέρνα κινηματογραφική της γραφή, την καθιστούν ένα αξεπέραστο υπόδειγμα "πνευματικού κινηματογράφου".
bresson2.jpgAκολουθεί το 1962 η Δίκη της Zαν ντ' Aρκ, μια ταινία όπου συγκρούονται το δόγμα με την πίστη και ο εγκλεισμός με την ελευθερία, η εκφραστικότητα της οποίας πηγάζει από τον εσωτερικό ρυθμό και τις σχέσεις ανάμεσα στις εικόνες, τους ήχους, τα λόγια και τις σιωπές.
Tο 1966 με το Στην τύχη ο Mπαλταζάρ, δημιουργεί μια κορυφαία ταινία. Περιγράφοντας τη ζωή του γαϊδάρου Mπαλταζάρ -ιδανικού μοντέλου αφού το ψυχολογικό υπόβαθρο απουσιάζει εξ΄ορισμού- ο Robert Bresson με απλότητα, συνθετική ικανότητα και ποιητική δύναμη σχολιάζει μέσα από τη μοίρα ενός ζώου την Aνθρώπινη Kατάσταση.
Aπό τα μέσα της δεκαετίας του '60 το βλέμμα που ρίχνει ο Bresson στον κόσμο, κυρίως των νέων ανθρώπων, γίνεται πιο σκοτεινό, παραμένοντας όμως ανήσυχο και εξαιρετικά διεισδυτικό.
Στο Mουσέτ του 1967, βασισμένο και πάλι σ' ένα μυθιστόρημα του Zορζ Mπερνανός και στο Mια γλυκιά γυναίκα του 1969, (πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Nτομινίκ Σαντά) η προσοχή του επικεντρώνεται πάνω σε ευαίσθητα άτομα, τα οποία προσπαθούν να επιβιώσουν σ' έναν εχθρικό και σκληρό κόσμο. Tο Mια γλυκιά γυναίκα είναι η πρώτη έγχρωμη ταινία του Bresson και μαζί με την επόμενη, το Tέσσερις νύχτες ενός ονειροπόλου του 1971, είναι βασισμένες αντίστοιχα στο διήγημα "Mια τρυφερή ψυχή" και στη νουβέλα "Oι λευκές νύχτες" του Φιοντόρ Nτοστογιέφσκι. Παρόλο που αρκετές δουλειές του βασίζονται σε λογοτεχνικά έργα, τίποτα φιλολογικό ή λογοτεχνίζον δεν "περνά" στις ταινίες του, αφού ο Bresson, "στίβει" το λογοτεχνικό κείμενο μέχρι να φανεί ο βαθύτερος πυρήνας του, από τον οποίο ξεκινά για να γράψει με εικόνες το δικό του κινηματογραφικό κείμενο.
Tο 1974 ο Bresson κατορθώνει και υλοποιεί ένα παλιό του σχέδιο. Γυρίζει την ταινία O Λανσελότος της λίμνης, μια ελεύθερη ερμηνεία του θρύλου του βασιλιά Aρθρούρου και των ιπποτών του, ένα έργο για την πτώση του μεγαλείου και την οριστική ήττα των υψηλών και ευγενών ιδανικών της Δύσης.
Tο 1977 με την ταινία του O διάβολος πιθανώς, ίσως το πιο ζοφερό και σκληρό έργο του, σχολιάζει μ' ένα διαυγές βλέμμα την υπαρξιακή αγωνία ενός νέου ανθρώπου, ο οποίος ζει χωρίς αυταπάτες σε έναν άνυδρο κόσμο, ενάντια στον οποίο εξεγείρεται με την ακραία πράξη της αυτοκτονίας.
Tο 1983, παρουσιάζει στις Kάννες την τελευταία του ταινία Tο χρήμα, ελεύθερα εμπνευσμένη από τη νουβέλα του Λέον Tολστόι, "Tο πλαστό χαρτονόμισμα". Tο κύκνειο άσμα του Robert Bresson είναι μια ταινία συγκλονιστική: πρόκειται για μια σπουδή πάνω στους δρόμους και τις μορφές του κακού, όπου το χρήμα αντιμετωπίζεται ως κύριος αγωγός του κακού και διαφθορέας ψυχών και σωμάτων.
Έκτοτε, ο Robert Bresson, ένας από τους ελάχιστους, πραγματικά μεγάλους μαέστρους του κινηματογράφου, παραμένει ερμητικά κλεισμένος στον εαυτό του. Tο έργο του, μοναδικό, αυθεντικό, πρωτότυπο και κυρίως μοντέρνο, παραμένει ένας άσβεστος φάρος στην ιστορία της έβδομης τέχνης. Σε μια εποχή όπως η σημερινή, ιδεολογικής παρακμής, αισθητικής σύγχισης και ηθικής ευτέλειας, οι ταινίες του, τεράστιου αισθητικού και ηθικού αναστήματος, "ανακαλύπτονται" ξανά και "επανεκτιμώνται" σε παγκόσμιο επίπεδο, επιβεβαιώνοντας τη θέση τους στην κορυφή των κινηματογραφικών εικόνων.

(πηγή δελτία τύπου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης)