leni1.jpg
Η ζωή της Λένι Ρίφενσταλ, της κορυφαίας δηµιουργού του κινηµατογράφου, που υπηρέτησε µε πάθος τον ναζισµό και την αισθητική του

Αναστάσης Βιστωνίτης

Το κορίτσι που γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου 1902 θα αποδεικνυόταν ότι διέθετε άπειρα χαρίσµατα. Η Χελένε Μπέρθα Αµαλίε, η Λένι Ρίφενσταλ/ Leni Riefenstahl όπως είναι παγκοσµίως γνωστή, γόνος εύπορης πρωσικής οικογένειας, θα γινόταν µια πανέµορφη κοπέλα, µια εξαιρετική χορεύτρια, εξίσου εντυπωσιακή ηθοποιός του βωβού κινηµατογράφου, θαυµάσια φωτογράφος αλλά κυρίως σκηνοθέτις που µε δύο µόνο ταινίες της, τον «Θρίαµβο της θέλησης» (1934) και το «Ολύµπια» (1938), θα έµενε στην ιστορία της 7ης Τέχνης ως κορυφαία δηµιουργός. Και είναι καταπληκτικό που και οι δύο αυτές ταινίες – κατ’ εξοχήν όµως η πρώτη – ανήκουν στα πλέον προπαγανδιστικά έργα που δηµιουργήθηκαν στον 20ό αιώνα, στην υπηρεσία µάλιστα της απεχθέστερης πολιτικής ιδεολογίας η οποία επικράτησε µετά τη Γαλλική Επανάσταση: του εθνικοσοσιαλισµού.
Τη ζωή και το έργο της Ρίφενσταλ, του θηλυκού Αϊζενστάιν του Χίτλερ, θα λέγαµε, εξιστορεί και αναλύει σε τούτη την πυκνή και διεισδυτική βιογραφία ο Μάριο Λέις επιχειρώντας να ερµηνεύσει το περίπου αδιανόητο: πώς µια τόσο σπουδαία καλλιτέχνις χρησιµοποίησε το ταλέντο της για τους σκοπούς ενός απάνθρωπου καθεστώτος.
Ηταν «πειθήνιο όργανο» και «καιροσκόπος», που πίστευε πως «οι σκοτεινές πλευρές της ζωής της θα περιέπιπταν στη λήθη» γράφει ο Λέις. Και για να εδραιώσει το σκεπτικό του παρακολουθεί τη ζωή και το έργο της Ρίφενσταλ µέσα από την αυτοβιογραφία της ίδιας που κυκλοφόρησε το 1987 στη Γερµανία (στα ελληνικά µε τίτλο Αγριος αιώνας, από τα Terzo Books). Φυσικά, κρίνοντας και σχολιάζοντας τους ισχυρισµούς της, τα παραπειστικά της επιχειρήµατα και τις διαστρεβλώσεις των πραγµατικών γεγονότων, όπως αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα ντοκουµέντα – τα οποία είναι πάρα πολλά.
leni2.jpg
Η πιο πειστική προπαγάνδα
Η Ρίφενσταλ ξεκίνησεστα 16 της χρόνια να σπουδάσει χορό και κλασικό µπαλέτο. Σύντοµα πέρασε στον κινηµατογράφο ως ηθοποιός και εξίσου σύντοµα στη σκηνοθεσία. Στα 30 της, το 1932, µε την ταινία «Το µπλε φως», της οποίας ήταν παραγωγός και σκηνοθέτις και όπου πρωταγωνιστούσε, γνώρισε τη µεγάλη επιτυχία. Βραβεύθηκε στο ΦεστιβάλΚαννών και εντυπωσίασε τον Χίτλερ, για τον οποίο η χωριατοπούλα που υποδυόταν η Ρίφενσταλ εξέφραζε την ιδεώδη εικόνα της άδολης Γερµανίδας.
Την ίδια χρονιά είδε και άκουσε τον Αδόλφο σε µια δηµόσια οµιλία του.
Γοητεύτηκε, µαγνητίστηκε, υπνωτίστηκε, όπως όλοι οι Γερµανοί, θα ισχυριζόταν αργότερα. Αλλά αυτό δεν ήταν αλήθεια. Η Ρίφενσταλ, µολονότι δεν υπήρξε ποτέ µέλος του Ναζιστικού Κόµµατος, έγινε ένθερµη εθνικοσοσιαλίστρια την ίδια χρονιά που γύρισε το «Μπλε φως», µόλις διάβασε το Ο Αγώνµου του Χίτλερ. «Αµέσως µετά την πρώτη σελίδα», σύµφωνα µε συνέντευξή της στην εφηµερίδα «Daily Express» στις 24 Απριλίου 1934. Από εκεί και πέρα τα πράγµατα παίρνουν τον δρόµο τους. Αναλαµβάνει να γυρίσει ένα ντοκυµαντέρ µε θέµα το συνέδριο του Ναζιστικού Κόµµατος το 1934 στη Νυρεµβέργη. Από αισθητικής και τεχνικής πλευράς το ντοκυµαντέρ θεωρείται ένα από τα καλύτερα του παγκόσµιου κινηµατογράφου. Προκάλεσε τεράστια αίσθηση και για πολλούς ήταν αυτό που συνάρπασε εκατοντάδες χιλιάδες Γερµανούς οι οποίοι ως τότε τηρούσαν αµφιλεγόµενη στάση έναντι του χιτλερικού καθεστώτος.
«Ο “Θρίαµβος της θέλησης” είναι ένας ασύγκριτος ύµνος στη δύναµη και στην οµορφιά του κινήµατός µας» είχε πει ο Χίτλερ. Πολλά χρόνια αργότερα η Ρίφενσταλ ισχυρίστηκε ότι η ταινία της αποδεικνύει τη δύναµη της επιβολής της εικόνας πάνω στις όποιες ιδέες – αλλά φυσικά δεν έπεισε κανέναν. Οταν αργότερα κινηµατογράφησε τους Ολυµπιακούς Αγώνες του Βερολίνου, το αποτέλεσµα υπήρξε ακόµη πιο εντυπωσιακό: ως σήµερα οι κινηµατογραφικές λήψεις της Ρίφενσταλ, ιδίως εκείνες των καταδύσεων, παραµένουν πρότυπες και σχεδόν ανεπανάληπτες.
Παρά τους αντίθετους ισχυρισµούς της, η Ρίφενσταλ είχε στενές σχέσεις µε τη ναζιστική ελίτ: τον Χίµλερ, τον Γκέρινγκ, τον Γκέµπελς (για τον τελευταίο τα ντοκουµέντα είναι αδιάψευστα. Όταν είδαν το φως της δηµοσιότητας τα Ηµερολόγια του Γκέµπελς αποκαλύφθηκε ότι η σκηνοθέτις διατηρούσε στενές σχέσεις µε τον ίδιο και τη σύζυγό του Μάγδα). Η Ρίφενσταλ όµως ισχυριζόταν ότι ο Γκέµπελς τη ζήλευε επειδή επηρέαζε τον Χίτλερ.
Τι είδους συµπαθούσα – και όχι φανατική υποστηρίκτρια του καθεστώτος – ήταν αυτή που ακολούθησε τον γερµανικό στρατό στην Πολωνία και φορώντας στρατιωτική στολή µε ένα πιστόλι στη ζώνη κινηµατογραφούσε τα κατορθώµατα της Βέρµαχτ; Ή όταν, για τις ανάγκες της ηµιτελούς ταινίας της «Τίφλαντ» το 1940, χρησιµοποιούσε κρατουµένους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης; ∆εν ήξερε τίποτε γι’ αυτά, ισχυρίστηκε µεταπολεµικώς, όταν πέρασε από απανωτές δίκες (πάνω από 50!) όπου τα δικαστήρια την αθώωσαν χωρίς όµως να της αφαιρέσουν και το στίγµα.
Στη δεκαετία του ’50 η Ρίφενσταλ προσπάθησε επί µαταίω να «επιστρέψει». Συνάντησε παντού την άρνηση. ∆εν το έβαλε κάτω. Στη δεκαετία του ’60 πήγε στην Αφρική, ανακάλυψε τη φυλή των Νούµπα στο Σουδάν και αργότερα (1974-1976) εξέδωσε δύο λευκώµατα µε εκπληκτικές φωτογραφίες. Το πρώτο, που έφερε τον τίτλο Ο τελευταίος των Νούµπα και έκανε τεράστια εντύπωση, προκάλεσε τη Σούζαν Σόντακ να γράψει ένα από τα σηµαντικότερα δοκίµιά της µε τίτλο «Σαγηνευτικός φασισµός», όπου διατυπώνεται η προκλητική άποψη ότι η αναγωγή της αισθητικής σε ύψιστη αξία σε βάρος της ηθικής είναι θεµελιώδης στην ιδεολογία του φασισµού, βασικός εκπρόσωπος της οποίας ήταν και παρέµενε η Ρίφενσταλ.

Γυναίκα-«αράχνη»
Στην ελληνική έκδοση τηςβιογραφίας του Λέις προστίθεται ως παραλλαγή, κατά κάποιον τρόπο, του «Θριάμβου της θέλησης» η φράση «Η δύναμη της θέλησης». Είναι ενδιαφέρουσα ως εύρημα.
Η γυναίκα αυτή διέθετε ακατάβλητη δύναμη, η οποία αποδεικνύεται και μόνο από το ότι κατάφερε να αποφύγει τις συνέπειες της ενεργού υποστήριξής της στο χιτλερικό καθεστώς. Ας θυμίσω ότι ένας μεγάλος ποιητής όπως ο Πάουντ, για τις προπαγανδιστικές εκπομπές του υπέρ του Αξονα από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Ρώμης, έμεινε κλεισμένος σε ψυχιατρείο επί δώδεκα χρόνια (και ήταν τυχερός που δεν εκτελέστηκε).
Η Ρίφενσταλ πέρασε στη φωτογραφία όταν δεν μπορούσε πλέον να γυρίσει ταινίες – και με θαυμάσια αποτελέσματα. Στα 72της χρόνια άρχισε να επιδίδεται σε υποβρύχιες καταδύσεις, ενώ ακόμη και στα 100 της δεν έπαυε να μάχεται για την υστεροφημία της. Στην προσωπική της ζωή υπήρξε αυτό που λέμε γυναίκα-«αράχνη». Ουδείς γνωρίζει πόσοι ήταν ακριβώς οι εραστές της, ενώ δεν δίστασε να υποστηρίξει ότι ο Χίτλερ ήταν ερωτευμένος μαζί της – και ας μην τόλμησε ποτέ να προχωρήσει στο πρώτο βήμα.
Η βιογραφία του Λέις είναι προσεκτική και κατατοπιστική. Και διαβάζεται με ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν ανατρέχει κανείς παράλληλα στην Αυτοβιογραφία της Ρίφενσταλ, όπου αποδεικνύεται ευφυέστατη ψεύτρα, δηλαδή ψεύτρα που λέει και πολλές αλήθειες, έτσι ώστε τα ψέματα που ενσωματώνει στις «εξομολογήσεις» της ναμοιάζουν πειστικότερα.

ΤΟ ΒΗΜΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 22/01/2012