hierba.jpg

Hierba, Raul Peronne
Χρησιμοποιώντας τα μέσα τους τρόπους του βωβού κινηματογράφου, ο αργεντινός σκηνοθέτης αναπαράγει, με πιστότητα αλλά και καινοτόμα διάθεση, τη γοητεία του παλιού σινεμά αλλά και της παλιάς ζωγραφικής, έχοντας ως φόντο στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας πίνακες της κλασικής ζωγραφικής. Η ιστορία αναπτύσσεται χωρισμένη σε μια σειρά από σκηνές-πράξεις, ολιγόλεπτης διαρκείας. Εδώ οι ηθοποιοί ερμηνεύουν με τρόπους του βωβού τους ρόλους τους. Οι κεντρικοί χαρακτήρες; δύο άνδρες, δύο γυναίκες δύο κυνηγοί και δύο περίεργα πλάσματα. Οι ήρωες περιπλανώνται στο δάσος, φλερτάρουν, έρχονται αντιμέτωποι με τη βία και τον τρόμο.
Πίνακες των Manet, Monet, Renoir, Watteau, κλασική μουσική, αλλά και rock ή αργεντίνικη electro-cumbia, μαζί με τους ήχους της φύσης δημιουργούν το σαγηνευτικό τελικό αποτέλεσμα. Ό,τι έχει σημασία εδώ δεν είναι η ιστορία και η ανέλιξη της, αλλά η εμπειρία (και η περιπέτεια) της κινηματογραφικής αφήγησης. Η ανάμειξη αυτών των όχι και τόσο ετερόκλητων στοιχείων -απουσία διαλόγου, ερμηνευτικής του βωβού, οι κλασικοί πίνακες, χρώμα- δημιουργεί μια οπτική και αφηγηματική εμπειρία μοναδική στο σύγχρονο τοπίο του σινεμά. Ίσως κοντινοί συγγενείς του Raul Perrone να' ναι σκηνοθέτες όπως ο Mighel Gomes ή ο Φιλιππινέζος Raya Martin: σ' αυτό του είδους το σινεμά ο μοντερνισμός μοιάζει να μην έχει υπάρξει ποτέ. Και αυτό αναμφίβολα είναι ένα σκηνοθετικό επίτευγμα.
favula.jpg
Favula, Raúl Perrone
Ζούγκλα. Ένας τόπος επικίνδυνος. Δύο αδέλφια –ένα αγόρι και ένα κορίτσι- φθάνουν σ’ ένα σπίτι, αναζητώντας καταφύγιο. Μια μάγισσα, ένας στρατιωτικός, μια γοητευτική γυναίκα. Κάποιοι προσπαθούν να εκμεταλλευθούν τους δύο εφήβους, με τρόπο ανήθικο. Πορνεία, σεξουαλική εκμετάλλευση; Η αθωότητα και η διαφθορά.
Μια αφήγηση με διάσταση παραμυθιού, με αναφορές στη Χιονάτη, αλλά και σ' άλλα γοτθικά παραμύθια. Μια αφήγηση υπνωτική, μαγευτική. Μια αφήγηση όπου ο θεατής σαγηνεύεται από τους ήχους, τις ανθρώπινες φιγούρες -σκιές και την κίνηση τους μέσα στο εμφανώς κατασκευασμένο -τεχνητό σκηνικό. Οι τεχνικές και πλάνα του βωβού κινηματογράφου: η διπλοέκθεση, το πολύ κοντινό πλάνο στα πρόσωπα. Ένα σινεμά βουβό, χωρίς διαλόγους, με λόγια ακατάληπτα, όπου ήχοι όπως ο βρυχηθμός ενός λιονταριού ή οι θόρυβοι της ζούγκλας αποκτούν μια άλλη διάσταση: υποβάλλοντας μια ατμόσφαιρα και ένα ρυθμό στην αφήγηση.
Το ασπρόμαυρο, η αισθητική του κιτς, η σύγχρονη χορευτική μουσική electro cumbia, -μια μουσική χωρίς αφηγηματικό χαρακτήρα, ως ένα ιντερμέτζο: αυτά είναι επιπλέον των προηγουμένων τα καθοριστικά στοιχεία της ταινίας.
Με αναφορές στο κινηματογραφικό παρελθόν, το σινεμά του βωβού, τις ταινίες του Méliès αλλά και των F.W. Murnau και Fritz Lang. Ένα σινεμά συγγενές με αυτό των σύγχρονων όπως ο Raya Martin ή ο Apichatpong Weerasethakul.
Ένα σινεμά του ελάχιστου, χειροποίητο, και γι' αυτό απολύτως ανεξάρτητο. Ένα σινεμά μαγευτικό, ποιητικό, παραμυθητικό...

rabin-the-last-day.jpg
Rabin, The Last Day- Aimos Gitai

Επικεντρωμένη σε μια μέρα ιστορική -την 4η Νοεμβρίου 1995- και στο τραγικό συμβάν που τη σημάδεψε -τη δολοφονία του ισραηλινού πρωθυπουργού Yitzhak Rabin-, η ταινία εστιάζει τόσο και τι προηγήθηκε αυτής, αλλά και στις πολιτικές της συνέπειες.
Λίγο μετά το πέρας μιας μεγαλειώδης συγκέντρωσης που υπεράσπιζε τις προοπτικές της ειρήνης που άνοιγαν οι συμφωνίες του Όσλο, ο Yitzhak Rabin δολοφονήθηκε από ένα φανατικό θρησκευόμενο. Όμως αυτή η πολιτική δολοφονία υπήρξε το τελευταίο και δραματικότερο επεισόδιο μιας εκστρατείας μίσους, μισαλλοδοξίας και φανατισμού. Η προοπτική της ειρηνικής συμβίωσης ανάμεσα σε Ισραηλινούς- Παλαιστινίους πολεμήθηκε από την Άκρα Δεξιά και τους φανατικά θρησκευόμενους.
Ο ισραηλινός δημιουργός αναμείγνυοντας τα ντοκουμέντα της εποχής και τις αναπαραστάσεις τους, οργανώνει αφηγηματικά το υλικό του διασταυρώνοντας 3 άξονες. Ο πρώτος είναι τα συμβάντα της δολοφονίας. Ο δεύτερος, τα όσα προηγήθηκαν αυτής, με έμφαση στο πρόσωπο του δολοφόνου και τη διαδρομή που ακολούθησε μέχρι τη δολοφονία. Ενώ, ο τρίτος άξονας επικεντρώνεται στις εργασίες της επιτροπής για την διερεύνηση των περί τη δολοφονία συμβάντων.
Όμως, ό, τι αναδεικνύεται εκείνη την εποχή, μέσα από αυτή τη διαπλοκή των τρίτων αξόνων είναι μια κοινωνία βαθιά διχασμένη, σε εμφύλια διαμάχη: ένα αληθινό πεδίο μάχης όπου οι δυνάμεις του φανατισμού επιτίθενται με κάθε μέσο και τρόπο στις δυνάμεις που υπερασπίζονται την ειρηνική συμβίωση. Όπως δείχνει και το τέλος της ταινίας, αλλά και κάθε δελτίο ειδήσεων σήμερα, στο τέλος ήταν το πρόσωπο του φανατισμού που επικράτησε. Και το πρόσωπο αυτό ήταν πολύ συγκεκριμένο: ο σημερινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου.
Λοιπόν, μια ταινία φόρος τιμής σ' ένα αγωνιστή της ειρήνης; Και όχι μόνο: μια ταινία πολιτική επίθεση στον παραλογισμό και τη μισαλλοδοξία που επικράτησαν της συνδιαλλαγής της ειρήνης.
comoara.jpg
Comoara, Corneliu Porumboiu
Η εναρκτήρια σκηνή μοιάζει να θέτει τον τόνο στην ταινία: ένας πατέρας αφηγείται /διαβάζει στο μικρό του γιο την ιστορία του Ρομπέν των Δασών. Όμως η συνέχεια προσγειώνει το θεατή σε μια σκληρή οικονομική πραγματικότητα: ο ήρωας γίνεται αποδέκτης αιτήματος δανεισμού από ένα γείτονα του, και αρνείται. Όσο ασυνήθιστο και ακραίο φαίνεται στο βλέμμα του θεατή το αίτημα, η συνέχεια του δείχνει εξίσου παράδοξη: ο ήρωας με τον γείτονα του συνεταιρίζονται, με αρχικό κεφάλαιο ακριβώς το πόσο του δάνειου, και αποδύονται σ' ένα κυνήγι θησαυρού σ' ένα χωριό της Ρουμανίας.
Αναπτύσσοντας όλη την ταινία υπό το ύφος του λιτού ρεαλισμού, τόσο οικείου από τις προηγούμενες ταινίες του -12:08 East of Bucharest (2006), Police, Adjective (2009), When Evening Falls on Bucharest or Metabolism (2013)-, ο σκηνοθέτης αναδεικνύει το κωμικό όπως αυτό προκύπτει μέσα από την ανέλιξη του κυνηγιού για το θησαυρό. Είναι ένα κωμικό της επανάληψης: όλα τα γεγονότα -συμβάντα επαναλαμβάνονται -με αποκορύφωμα τη σκηνή του σκαψίματος και τη επαναλαμβανόμενη λειτουργία του ανιχνευτή μετάλλων. Ενισχύοντας έτσι το κάθε γεγονός και εξοικειώνοντας τον με τον θεατή, αυτό χάνει την αφηγηματική του διάσταση και αποκτά περισσότερα κωμικά χαρακτηριστικά.
Αν και η σχεδίαση και των δύο κεντρικών ηρώων στηρίζεται στην αφέλεια και την ευπιστία -στοιχεία απαραίτητα για να παραχθεί το κωμικό-, ωστόσο στο φόντο υπάρχει κάτι παραπάνω: αυτός δεν είναι παρά ένας λόγος για το ιστορικό παρελθόν της χώρας, δηλαδή τον κομουνισμό (και τις μυθολογίες του) και τους απόηχους του στο σήμερα. Και φυσικά υπάρχει πάντα η διαπραγμάτευση (και στην οικονομική της διάσταση) ως ένα μοτίβο που συνεχώς καθορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις.
Ό,τι όμως συνιστά την αφηγηματική ανατροπή στη ταινία, δεν είναι η μη αναμενόμενη από τον θεατή επιτυχία του πρωταγωνιστικού διδύμου, αλλά ο παραμυθιακός χαρακτήρας που εντέλει αυτή έχει. Άλλωστε η αφέλεια των δύο κεντρικών χαρακτήρων δεν είναι πάρα ίδιον των παραμυθιών.
Τοποθετώντας την αφηγηματική ανατροπή ακριβώς στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ο σκηνοθέτης κλείνει έτσι τον κύκλο που άνοιξε στη πρώτη σκηνή: Ο Ρουμάνος δημιουργός εντέλει αφηγήθηκε με ύφος ακραία ρεαλιστικό και τονισμούς κωμικούς ένα παραμύθι. Και αυτό είναι σίγουρα ένα αληθινό κινηματογραφικό επίτευγμα.
francofonia.jpg
Francofonia, Aleksandr Sokurov
Λιγότερο μια ταινία για ένα εμβληματικό μουσείο και περισσότερο μια σειρά σκέψεων και σχολίων για την ιστορία του 20ου αιώνα στη Γηραιά Ήπειρο, η ταινία του Ρώσου δημιουργού δεν παύει να 'ναι παράλληλα και μια ελεύθερη στη φόρμα περιήγηση στην τέχνη και τις ανακλάσεις της.
Ο Alexander Sokurov επέλεξε σ' αυτήν την ταινία να μην ακολουθήσει την πεπατημένη (Russian Ark / Ρωσική Κιβωτός) αλλά να επιχειρήσει να ασχοληθεί και να αναπαραστήσει ένα κομμάτι, της σύγχρονης ιστορίας του μουσείου Λούβρου: αυτό της γερμανικής κατοχής. Εστιάζοντας λοιπόν σε δύο ιστορικές προσωπικότητες της εποχής, τον Γάλλο διευθυντή Jacques Jaujard και του Γερμανό κόμη Wolf Metternich υπεύθυνο για τα έργα τέχνης από την πλευρά των ναζί κατακτητών, επικεντρώθηκε εντέλει στα του Β1! Παγκοσμίου Πολέμου. Παράλληλα, και με βασικό άξονα τη μεταξύ τους σχέση, διανθίζει την αφήγηση με μια σειρά στοχασμών, για τη ευρωπαϊκή ιστορία και ταυτότητα, τις σχέσεις ανάμεσα σε Γερμανία και Γαλλία, το μουσείο ως έναν εμβληματικό τόπο, όπου η αίγλη του καθεστώτος εκτίθεται και δοξάζεται.
Παράλληλα, δεν χάνει την ευκαιρία να ενθέσει μέσα στην ιστορία με πνεύμα περιπαικτικό και απομυθοποιητικό και ιστορικές προσωπικότητες: εδώ είναι κυρίως ο Ναπολέων που περιτριγυρίζει μέσα στα εκθέματα του μουσείου, μέρος των οποίων εξάλλου υπήρξαν λάφυρα των εκστρατειών του.
Αν και το τελικό σύνολο δεν διακρίνεται ούτε από ισορροπίες ή αρμονίες ανάμεσα στα διάφορα μέρη του -με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το σύγχρονο μέρος με ήρωα τον ίδιο το σκηνοθέτη-, ωστόσο. η ταινία έχει αναμφίβολα τα προτερήματα της σκηνοθετικής χειρονομίας του Ρώσου δημιουργού: ιδίως στις ταινίες με ήρωες ιστορικές προσωπικότητες. Συναρπαστικές προσωπικές ερμηνείες της ιστορίας και των ιστορικών προσωπικοτήτων, μια απομυθοποιητική διάθεση, και συχνά πειραματικούς τρόπους -τουλάχιστον στα μέρη όπου παρουσιάζονται κάποια εκ των εκθεμάτων του μουσείου. Κυρίως, όμως, αυτή η ταινία αποτελεί μια συνηγορία για την κοινή πολιτισμική ευρωπαϊκή ταυτότητα -αν και εδώ δεν παραλείπει να εκφράσει με τρόπο πλάγιο και το παράπονο ενός Ρώσου ότι η πατρίδα του είναι κατά κάποιον τρόπο εκτός αυτής.
siti.jpg
Siti, Eddie Cahyono
Ένα καραόκε μπαρ. Μια νεαρή γυναίκα που ζει την επικίνδυνη ζωή της νύχτας. Κάμερα στο χέρι, ασπρόμαυρο. Ρεαλισμός.
Ο σκηνοθέτης σχεδιάζει το πορτραίτο μιας νεαρής γυναίκας (το ρόλο υποδύεται η Sekar Sari)), παντρεμένης με παιδί, που ζει μια δύσκολη ζωή. Η σκιά της εκπόρνευσης περιβάλλει την ηρωίδα: αναγκάζεται να ζήσει μέσα στη “νύχτα” και τους κινδύνους της. Η αφήγηση καταγράφει την καθημερινότητα της νεαρής γυναίκας, την εξαθλίωση της οικογενειακής της ζωής. Εστιάζει στις σχέσεις της -με τον κατάκοιτο παράλυτο σύζυγό της, το μικρό γιο της, τις φίλες της. Επικεντρώνεται στα συναισθήματα, τη ψυχολογία της, με ακρίβεια στη λεπτομέρεια, με λεπτότητα. Κάποιες φόρες αυτή η γραμμική στη δόμηση της αφήγηση διακόπτεται από απεικονίσεις μιας εσωτερικής ζωής: το άγχος και η ανασφάλεια κυριαρχούν. Η ηρωίδα προσπαθεί να ισορροπήσει τις αντικρουόμενες απαιτήσεις της δύσκολης επιβίωσης και της ηθικής ακεραιότητας.
Αποφεύγοντας τους σκοπέλους τους μελοδραματισμούς, αλλά και του εξωτισμού , αν κάπου αυτή η ινδονησιακή ταινία κάνει αναφορές αυτές είναι στη νεορεαλιστική παράδοση: απεικόνιση μιας δύσκολης ζωής και του εσωτερικού δράματος μιας γυναίκας σ' ένα κόσμο που κυριαρχείται από την ανδρική εξουσία.
el-apostata.jpg
El apóstata, Federico Veiroj
Κεντρικός χαρακτήρας στην ταινία είναι ένας νεαρός 30χρονος άνδρας αποφασισμένος να αποστατήσει από τον καθολικισμό, ακολουθώντας τις νόμιμες διαδικασίες. Αντιμέτωπος με τον παραλογισμό της ιερατικής γραφειοκρατίας, ο ήρωας βρίσκεται ξαφνικά μπλεγμένος σ' ένα ιστό που περιλαμβάνει τόσο τις προσωπικές του επιδιώξεις (δηλαδή την αποστασία), όσο και ανομολόγητες προσωπικές του επιθυμίες.
Ο ουρουγουανός σκηνοθέτης ιχνογραφεί αυτό το τοπίο της προσωπικής κρίσης του ήρωα με ένα τόνο κωμικού και παράλογου. Όπως υπονοεί και η συμβολικού χαρακτήρα απόφαση του, ο ήρωας είναι ένα πρόσωπο ανήσυχο, σε κατάσταση δυσαρέσκειας απέναντι στο περιβάλλον του, που βιώνει την κατάσταση προσωπικής κρίσης με τρόπο δραματικό (αλλά και ανάλαφρο). Ειλικρινής και αδέξιος στις σχέσεις του με τον περίγυρο και κυρίως με τς γυναίκες, ο νεαρός αυτός άνδρας αναζητά μια πορεία και μια κατεύθυνση στη ζωή: ό,τι αναζητά είναι μια ανατροπή στη ζωή του.
Εμφορούμενη απο ένα αντι-καθολικισμό οικείο στον κινηματογράφο από το έργο του Luis Buñuel, η αφήγηση καθώς προχωρά όλο και συχνότερα οδηγείται σε σουρεαλιστικούς -ονειρικούς ατραπούς, όπου η τονισμοί δεν είναι μόνο κωμικοί. Ό,τι, εντέλει επιδιώκει ο ήρωας είναι την ελευθερία από τους δεσμούς, θρησκευτικούς, οικογενειακούς (ή άλλους) και την ωριμότητά του.

Δημήτρης Μπάμπας