(Οι συντάκτες του Σινεφίλια προτείνουν)
20-nyxtes-premieras.jpg

Στο σπίτι (At Home) του Αθανάσιου Καρανικόλα
Ο Καρανικόλας στη τρίτη μεγάλου μήκους του ταινία  προχωράει στην κλινική ανατομία μιας προνομιούχας αθηναϊκής τάξης, που κρατάει σαφή οικονομική και γεωγραφική απόσταση από την κοινωνική βάση. Η ταινία του δεν είναι σίγουρα μια ταινία για τη μετανάστευση. Ούτε για την εργασιακή εκμετάλλευση και τις ταξικές διαφορές, αν και «στο σπίτι» υπάρχουν σαφείς νύξεις για όλα αυτά. Με μινιμαλιστική διάθεση και οικονομία στην έκφραση ο σκηνοθέτης αποκαλύπτει σταδιακά τις ανθρώπινες σχέσεις, όπως αυτές ξετυλίγονται μέσα σε ένα ψυχρό και αποστειρωμένο σπίτι-οχυρό. Υπάρχει πάντα μια αθέατη πλευρά στην ηρωίδα του και αυτό είναι που την καθιστά τραγικό πρόσωπο. Η Νάντια στέκεται πάνω από τάξεις. Δεν ταυτίζεται με καμία πλευρά. Ούτε με αυτήν της πλαστής οικογένειας ούτε με το περιβάλλον του φίλου της, στο οποίο κοινωνικά είναι πιο κοντά. Η πτώση της έχει κάτι το αντιηρωικό. Γιατί δεν συνοδεύεται από οποιουδήποτε είδους εμπάθεια ή συναισθηματική φόρτιση. Οδηγεί απλά στην πικρή συνειδητοποίηση μιας πραγματικότητας. Που την αφήνει τραγικά μόνη.
 Στην ταινία του αυτή ο Καρανικόλας, όπως και στο « Echolot» επιλέγει το ρόλο του ψυχρού παρατηρητή. Το σπίτι και η φύση παίζουν πάλι καθοριστικό ρόλο, αν και εδώ όλα είναι σκηνοθετημένα με ακρίβεια και από μεγαλύτερη απόσταση. Απουσιάζουν η αμεσότητα και ο αυτοσχεδιασμός της προηγούμενής του ταινίας. Το μελόδραμα υποβόσκει χωρίς όμως ποτέ να εκδηλώνεται φανερά. Και ενώ όσον αφορά τη θεματική ο δημιουργός φαίνεται να κάνει την πρώτη καθαρά ελληνική του ταινία, σκηνοθετικά βρίσκεται πιο κοντά στη γερμανική σχολή του Βερολίνου, όπου η νηφαλιότητα του βλέμματος και η πειθαρχία της οπτικής, η διακριτική παρατηρητικότητα και οι μικρές ρεαλιστικές λεπτομέρειες προωθούν την κινηματογραφική αφήγηση. Συνθέτοντας μια σονάτα δωματίου. Χαμηλόφωνη και μελαγχολική σαν τα τραγούδια που ακούγονται στην ταινία.
Κ. Π.
xenia2.jpg
Xenia του Πάνου Χ. Κούτρα
Μελόδραμα στο οποίο στο κέντρο βρίσκονται οι ενδο-οικογενειακές σχέσεις –κάτι σύνηθες στο έργο του σκηνοθέτη-, η ταινία οδοιπορικό στη σύγχρονη Ελλάδα είναι παράλληλα και ένα σχόλιο για την εθνική ταυτότητα.
Τόσο οι κεντρικοί χαρακτήρες, όσο επίσης και ό,τι τους ωθεί στη δράση μοιάζουν τόσο παλιά και πολυχρησιμοποιημένα, μοιάζουν ως να έχουν ξεπηδήσει από τις σελίδες κάποιου επιφυλλιδογραφικού μυθιστορήματός του 18ου αιώνα: Δύο ορφανά από μητέρα αναζητούν τον προ πολλού χαμένο πατέρα. Η διαχείριση από τη σκηνοθεσία αυτού του πεπαλαιωμένου πρωτογενούς υλικού είναι μια μη –τυπική αναβίωση- εκσυγχρονισμός του μελοδράματος και των αφηγηματικών δραματουργικών δομών του.
Καταρχάς, το χρονικό –τοπικό πλαίσιο είναι αυτό μιας χώρας σε κοινωνική κρίση, όπου το ζήτημα της μετανάστευσης, της εθνικής ταυτότητας είναι κεντρικό. Η δράση στο φόντο της δραματικής πλοκής μιας νεοναζιστικής οργάνωσης –με τις γνωστές εμμονές της περί εθνικότητας- είναι μια υπενθύμιση ότι το θέμα της (εθνικής) ταυτότητας για τους δύο ήρωες είναι διαρκής εκκρεμότητα. Ο σκηνοθέτης συνδέει αυτό το ζήτημα της εθνικότητας μ’ αυτό της αναγνώρισης της πατρότητας –η εκκρεμότητα που ωθεί τους δύο νεαρούς ήρωες να δράσουν. Η αναζήτηση- αποκάλυψη του πατέρα και η αναγνώριση απ’ αυτόν, σε μια κατά βάση πατριαρχική κοινωνία, συνιστά ένα γεγονός πλήρους ενσωμάτωσης σ’ αυτήν την κοινωνία, μια εκ των πραγμάτων επίλυση του εκκρεμούς ζητήματος της εθνικότητας . Καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης τα δύο κεντρικά πρόσωπα συχνά δείχνουν ως να κινούνται σε εχθρικό έδαφος, σ’ ένα τόπο όπου δεν ανήκουν. Είναι μόνο στο τέλος μετά την μονομαχία –αναμέτρηση με τον πατέρα που μοιάζουν να βαδίζουν με αυτοπεποίθηση στους δρόμους ενός μεγαλοαστικού προαστίου της Θεσσαλονίκης.
Δ. Μ.
20000-days-on-earth.jpg
20000 Days on Earth των Ian Forsyth & Jane Pollard
Μία μέρα στη ζωή του Nick Cave. Από το πρωινό ξύπνημα  μέχρι τη νυχτερινή του περιπλάνηση στην παραλία του Brighton, όπου έχει  εγκατασταθεί με την οικογένειά του. Μόνο που αυτή η μέρα δεν παρακολουθεί την καθημερινότητά του, όπως θα περίμενε κανείς από μια ταινία τεκμηρίωσης. Δε συναρμολογεί προσωπικά στοιχεία για να συνθέσει το βιογραφικό του καλτ καλλιτέχνη. Ούτε ακολουθεί τις συμβάσεις ενός μουσικού ντοκιμαντέρ, στο οποίο συνήθως προβάλλονται ηχογραφήσεις, συνεντεύξεις, συναυλίες. Το 20000 days on Earth δεν είναι τίποτα από όλα αυτά και όλα αυτά μαζί. Πρόκειται για μια κατασκευή,  που κινείται ανάμεσα σε ατμοσφαιρική ταινία με διάσπαρτα στοιχεία φιλμ-νουάρ και σε ντοκιμαντέρ-πορτρέτο, που συνδυάζει το σοβαρό με το παιγνιώδες. Το φανταστικό με το πραγματικό εναλλάσσονται συνεχώς σε αυτό το κινηματογραφικό ντεμπούτο των Ian Forsyth και Jane Pollard, καλλιτεχνών με τους οποίους ο δημιουργός έχει συνεργαστεί και στο παρελθόν. Ίσως το μόνο καθαρά βιογραφικό κομμάτι της ταινίας να είναι και το πιο πειραματικό: το τρίλεπτο εκκωφαντικό βίντεο της εισαγωγής, όπου περνάνε με ένα καταιγιστικό fast motion μοντάζ εικόνες από τις προηγούμενες 19999 μέρες της ζωής του καλλιτέχνη.
Στην ταινία ο Cave παρουσιάζεται από την αρχή ως χειμαρρώδης αφηγητής ιστοριών. Κυρίως όμως εκφράζει με ποιητική διάθεση αλλά και με  ανατρεπτικό χιούμορ τις αντιλήψεις του για τη ζωή και την τέχνη. Έχει μάλιστα μια ιδιαίτερη ικανότητα να αφηγείται, με τρόπο άλλοτε ειλικρινή και βαθιά εξομολογητικό και άλλοτε διφορούμενο και αυτοσαρκαστικό. Το σκοτεινό όμως στοιχείο που καλύπτει την persona του παραμένει ως το τέλος ανέγγιχτο.  Αυτή η δημιουργική έμπνευση που τον ωθεί να μεταμορφώνει και να μεταμορφώνεται δεν μας αποκαλύπτεται στην πραγματικότητα ποτέ.
Κ. Π.
rocks-in-my-pockets.jpg
Rocks in My Pockets (Πέτρες στις τσέπες μου) της Signe Baumane
Σε μια πρώτη εντύπωση αυτή η ταινία κινουμένων σχεδίων είναι μια χιουμοριστική στον τόνο εξιστόρηση οικογενειακών ιστοριών.
Καταρχάς, εκκινώντας από τη δεκαετία του 20, η αφήγηση προσφέρει, μέσα από την προσωπική ιστορία της γιαγιάς της σκηνοθέτιδας, ένα πανόραμα των ταραγμένων χρόνων της γενέθλιας χώρας της Λιθουανίας: από τις στιγμές της ανεξαρτησίας, στα χρόνια της γερμανικής και σοβιετικής κατοχής. Ωστόσο, δεν είναι αυτό το κέντρο βάρους της ταινίας. Όπως σιγά- σιγά αποκαλύπτεται καθώς η αφήγηση εξελίσσεται, ό,τι απασχολεί την σκηνοθέτιδα είναι η κατανόηση συμπεριφορών και στάσεων από τα γυναικεία πρόσωπα της οικογένειας. Η σκηνοθέτιδα εστιάζει, πέραν της γιαγιάς της, και σ’ άλλες τρεις γυναίκες από τον ευρύτερο οικογενειακό της κύκλο (εξαδέλφες), αλλά και στον ίδιο τον εαυτό της για να αποκαλύψει εν τέλει το αληθινό θέμα της ταινίας: τη κατάθλιψη, τη γυναικεία σχιζοφρένεια, τη ψυχική ασθένεια. Το βάσανο και το βάρος της (ψυχικής) ασθένειας, η πάλη με τους εσωτερικούς δαίμονες, το στίγμα της (που πρέπει να μείνει κρυφό), η κληρονομικότητα, η συνειδητοποίηση και η αποδοχή της (που συνιστά και την θεραπεία της εν τέλει): αυτά είναι τα σημεία που η δραματική πλοκή αναδεικνύει. Η ανάπτυξη αυτού του θέματος μέσα από τη φόρμα των κινουμένων σχεδίων είναι κάτι μάλλον ασύνηθες, αφού η φόρμα κινουμένων σχεδίων είναι συνδεδεμένη με πιο φωτεινά και ευχάριστα θέματα. Έτσι κάποιος θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η επιλογή της φόρμας είναι ένα άκρως λειτουργικό αντίβαρο ως προς τους σκοτεινούς τόνους που εμπεριέχει το θέμα. Παράλληλα, αφήγηση που γίνεται από την ίδια τη σκηνοθέτιδα με την ιδιαίτερη αγγλική της προσφορά προσδίδει ένα προσωπικό χρώμα
Δ. Μ.
il-capitale-umano.jpg
Il capitale umano (Ανθρώπινο κεφάλαιο) του Paolo Virzì
Βασισμένη στο ομώνυμο best seller του Stephen Amidon η ταινία του Paolo Virzì παρακολουθεί με έναν ιδιαίτερα ευφυή τρόπο τη σύνδεση αλλά και την απροσδόκητη εξέλιξη που παίρνουν οι ζωές δύο κοινωνικά διαφορετικών οικογενειών στον εύρωστο ιταλικό βορρά . Ξεκινώντας από ένα ανεξιχνίαστο τραγικό ατύχημα που διαδραματίζεται στο εισαγωγικό της μέρος, η ταινία χωρίζεται σε τρία κεφάλαια, καθένα από τα οποία προσεγγίζει το γεγονός από διαφορετική οπτική γωνία, αυτή του πρωταγωνιστικού της χαρακτήρα. Στο παρασκήνιο της ιστορίας βρίσκεται το γνωστό φαινόμενο της οικονομικής κρίσης με τα αίτια που το δημιουργούν, ενώ στον πυρήνα της η βαθύτερη κρίση αξιών, η απληστία και η ματαιοδοξία της μεσοαστικής κυρίως τάξης. Κατορθώνει έτσι ο Virzì να χτίσει ένα μωσαϊκό όχι μόνο μιας κοινωνίας που τη χαρακτηρίζουν οι τεράστιες κοινωνικές ανισότητες αλλά και χαρακτήρων που αποτελούν και τον κινητήριο μοχλό της δράσης. Το μωσαϊκό αυτό, χωρισμένο σε τρία μέρη που ξεκινούν πάντα με ένα φλας μπακ και ακολουθούν πιστά την ίδια διαδρομή, καλύπτει ένα χρονικό διάστημα έξι μηνών και δίνεται σε μορφή παζλ που τα κομμάτια του συμπληρώνονται σταδιακά από τον ίδιο το θεατή. Η μετακίνηση της οπτικής γωνίας φέρνει στην επιφάνεια νέα στοιχεία αλλά κάνει αισθητή και την απόκλιση πραγματικότητας και ψευδαίσθησης που δημιουργείται από το υποκειμενικό βλέμμα του εκάστοτε ήρωα. Κάθε κεφάλαιο έρχεται έτσι να φωτίσει, να συμπληρώσει ή να ανατρέψει τα όσα προηγήθηκαν. Πρόκειται στην ουσία για ένα ενδιαφέρον παιχνίδι επικαλύψεων αλλά και αναθεωρήσεων που συνιστούν και το δυναμικό στοιχείο της ταινίας.
Κ. Π.
xi-you.jpg
Xi You (Ταξίδι στη Δύση) του Tsai Ming-liang
Η αρχή της ταινίας: ένα ανθρώπινο πρόσωπο, η ανάσα και ο ρυθμός της αναπνοής, οι ρυτίδες…
Μετά το Χονγκ Κονγκ και την μικρού μήκους ταινία Walker, ο κοκκινοντυμένος αργοκίνητος βουδιστής μοναχός (τον ρόλο υποδύεται ο μόνιμος πρωταγωνιστής του σκηνοθέτη Lee Kang-sheng) κατευθύνεται προς τα δυτικά, και πιο συγκεκριμένα στην γαλλική πόλη Μασσαλία. Και εκεί θα συναντήσει «ένα τέρας», τον Denis Lavant, τον μόνιμο πρωταγωνιστή των ταινιών του Leos Carax.
Ο ταϊβανέζος σκηνοθέτης κινηματογραφεί τον πρωταγωνιστή του καθώς κινείται με τον πιο αργό ρυθμό που μπορεί να βαδίσει κάνεις, μέσα σ’ ένα δρόμο της πόλης. Ενώ από πίσω του τον ακολουθεί, βαδίζοντας στον ίδιο υπνωτικό ρυθμό, ο Denis Lavant. Οι φιγούρες και των δύο καθώς κινούνται μέσα σ’ ένα πολυσύχναστο δρομάκι της πόλης γίνεται η αφορμή για μια παρατήρηση του αστικού τοπίου και των προσώπων που κινούνται με τους συνήθεις ρυθμούς, σ’ αυτό: είναι το πολυποίκιλο τοπίο μιας πόλης που ξεδιπλώνεται. Παράλληλα, όμως, δίνει η ταινία την αφορμή και για ένα είδος οπτικού διαλογισμού, κάτι που γίνεται ιδιαίτερα φανερό στην κορύφωση της.
Το τέλος της ταινίας μαγευτικό: η ανάποδη αντανάκλαση μιας πλατείας με κίνηση, ένας πιανίστας στο κέντρο που παίζει και ο βραδυπορών μοναχός που σιγά -σιγά μπαίνει στο πλάνο…
Δ. Μ.
aimer-boire-et-chanter-alain-resnais.jpg
Aimer, boire et chanter (Αγαπώντας, πίνοντας και τραγουδώντας) του Alain Resnais
Υπακούοντας στους κανόνες και τους τύπους μιας ανάλαφρης στο πνεύμα μπουλβουάρ κωμωδίας, η ταινία του αειθαλούς γάλλου σκηνοθέτη είναι, ως συνήθως, κάτι παραπάνω από ό,τι δείχνει.
Η αφήγηση της ταινίας διαδραματίζεται στην αγγλική επαρχία και στο κέντρο της έχει τρεις γυναίκες, οι οποίες έχουν προ πολλού διανύσει την πρώτη τους νεότητα. Το διαφιλονικούμενο πρόσωπο είναι ο σύζυγος της μίας και πρώην ή επίδοξος εραστής των δυο άλλων. Πάσχον, όμως από μια σοβαρή ασθένεια και μη έχοντας μεγάλο χρόνο ζωής, το πρόσωπο αυτό θα παραμείνει αόρατο καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης. Έτσι ό,τι βλέπει ο θεατής είναι τρεις γυναίκες να αγωνίζονται να κερδίσουν την εύνοια τους μελλοντικού εκλιπόντα. Παράλληλα, εκτός των τριών γυναικών στο στόχαστρο της αφήγησης τίθενται και οι ερωτικοί σύντροφοι τους.
Τα παιχνίδια του έρωτα στη μέση ηλικία, ένα πνεύμα ειρωνικό και συνχά σαρκαστικό, τα πάθη και οι δυναμικές της ερωτικής επιθυμίας στην εποχή της εμμηνόπαυσης: αυτά βρίσκονται στο κέντρο.
Ο Resnais τοποθετεί όλο τα έργο μέσα στο στούντιο, με τα σκηνικά εμφανώς θεατρικά (ζωγραφισμένες επιφάνειες) και ενθέτοντας ενδιάμεσα της δράσης τις λήψεις της αγγλικής υπαίθρου. Όπως είναι προφανές, μια τέτοια σκηνοθετική διαχείριση, βαθύτατα θεατρική στον πυρήνα της, φέρνει στο κέντρο της προσοχής καταρχάς την ερμηνευτική των ηθοποιών. Ωστόσο είναι οι κινήσεις της κινηματογραφικής κάμερας που διασπούν τη θεατρικότητα, είναι η διαρκής εναλλαγή του θεατρικού σκηνικού με το μαγευτικό τοπίο, που υπενθυμίζουν διαρκώς στον θεατή πως ό,τι βλέπει είναι η τέχνη ενός μεγάλου μάστορα του σινεμά στα καλύτερα του…
Δ. Μ.
kreuzweg.jpg
Kreuzweg (Οι σταθμοί του Σταυρού) του Dietrich Brüggemann
Η ταινία παρατηρεί με αυστηρό και θεατρικό τρόπο  σε δεκατέσσερα κεφάλαια-σκηνές( που αντιστοιχούν στην καθολική απεικόνιση του δρόμου του μαρτυρίου του Χριστού) τις τελευταίες μέρες μιας δεκατετράχρονης λίγο πριν την τελετή μετάδοσης του αγίου χρίσματος. Χωρισμένη καθαρά σε δεκατέσσερις σταθμούς, από την καταδίκη του Χριστού σε θάνατο μέχρι την ταφή, η ταινία παρακολουθεί σε στατικά μονοπλάνα διάρκειας έως και δεκαπέντε λεπτών την προετοιμασία και το δρόμο του μαρτυρίου της  ηρωίδας, από την πτώση μέχρι την τελική της καθαγίαση. Με την κάμερα στατική στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας και τα συμμετρικά κινηματογραφικά κάδρα είναι κυρίως οι διάλογοι αλλά και οι επιτηδευμένα μακροσκελείς μονόλογοι που προωθούν την κινηματογραφική αφήγηση. Για να αναδείξουν έτσι εντονότερα το παράλογο ενός θρησκευτικού φονταμενταλισμού που συνήθως  δε συνδέεται με τη χριστιανική θρησκεία. Αλλά και να υποβάλουν με έναν ψυχρό και σκληρό τρόπο την ψυχολογική κακοποίηση που υφίσταται η ηρωίδα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η μαγική λύση του τέλους μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο ως ειρωνεία. Εξαιρετική η ερμηνεία της νεαρής Lea van Acken στο ρόλο της Μαρίας, που ενσαρκώνει τόσο οπτικά όσο και δραματικά τη στερεότυπη εικόνα της αγίας.
Κ. Π.
le-meraviglie.jpg
Le meraviglie (Τα Θαύματα) της Alice Rohrwacher
Επικεντρωμένη στη 12χρονη κεντρική ηρωίδα της, η σκηνοθέτις σχεδιάζει το πορτραίτο μιας ασυνήθιστης παιδικής ηλικίας, που η ανεμελιά της φαίνεται να ολοκληρώνεται μ’ ένα τρόπο απότομο και ξαφνικό.
Η αφήγηση έχει στο κέντρο της μια οικογένεια που ζει στην ιταλική ύπαιθρο: αποτελείται από τον Γερμανό πατέρα, την Ιταλίδα μητέρα, και τα τέσσερα κορίτσια. Η ζωή της οικογένειας είναι μακριά από τις συμβατικότητες της αστικής ζωής. Επικεντρώνεται στα του αγροκτήματος: πέραν των συνηθών αγροτικών ασχολιών τα μέλη της, με προεξάρχοντα τον πατέρα, ασχολούνται κυρίως με την μελισσοκομία. Η νεαρή Gelsomina είναι η μεγαλύτερη και οι ευθύνες της είναι μεγάλες: δεν είναι μόνο η βοηθός του πατέρα της, αλλά σ’ ένα βαθμό είναι και η επιβλέπουσα των αδελφών της. Όμως η Gelsomina έχει προ πολλού αφήσει πίσω της την παιδική ηλικία και είναι αντιμέτωπη τις αναταράξεις (συναισθηματικές και άλλες) της εφηβείας. Την επιφανειακή ηρεμία στην οικογενειακή ζωή διαταράσσει η άφιξη ενός ανήλικου εγκληματία, που η οικογένεια έχει αναλάβει να φιλοξενήσει. Επιπλέον, αναταραχή προκαλεί και η άφιξη ενός τηλεοπτικού συνεργείου που γυρίζει μια τηλεοπτική εκπομπή για τα τοπικά αγροτικά προϊόντα. Η Gelsomina φωτίζεται από την απατηλή λάμψη των τηλεοπτικών προβολέων και βρίσκεται αντιμέτωπη με ό,τι συνιστά την πιο καθαρή έκφραση της γυναικείας σαγήνης και σεξουαλικότητας: την παρουσιάστρια Milly Catena (στο ρόλο η πάντα γοητευτική Monica Bellucci).
Δ. Μ.
welcome-to-new-york.jpg
Welcome to New York του Abel Ferrara
Το «Καλώς ήλθατε στη Νέα Υόρκη»/ Welcome to New York του Αμπέλ Φεράρα/ Abel Ferrara βασίζεται στην πολύκροτη υπόθεση Στρος-Καν. Η ταινία παρακολουθεί τον ασυγκράτητο σεξομανή Ζόρζ Ντεβερό (Ζεράρ Ντεπαρντιέ/ Gérard Depardieu), πρόεδρο ενός χρηματοπιστωτικού οργανισμού με μεγάλες πολιτικές φιλοδοξίες, να φλερτάρει ακατάπαυστα και να πολιορκεί ό,τι κινείται, από μια δημοσιογράφο που έρχεται να του πάρει συνέντευξη μέχρι και την κόρη ενός γνωστού του που συναντάει σε μια γκαλερί, ενώ τον ελεύθερο χρόνο του τον περνάει σε όργια με σαμπάνιες, ναρκωτικά και πόρνες. Τα πράγματα ξεφεύγουν όμως όταν, κατά τη διάρκεια ενός επαγγελματικού ταξιδιού στη Νέα Υόρκη, εξαναγκάζει την καμαριέρα του ξενοδοχείου να του κάνει στοματικό έρωτα.
(...) Πέραν από το συμβάν με την καμαριέρα, το οποίο απεικονίζεται ξεκάθαρα ως βιασμός, ο σκηνοθέτης ακολουθεί πιστά το χρονικό και τους τόπους των γεγονότων (μάλιστα η φυλακή της ταίνιας είναι η ίδια φυλακή όπου κρατήθηκε ο Στρος-Καν), κάνοντας την ταινία να αγγίζει τα όρια του ντοκιμαντέρ. Ο Φεράρα δεν εστιάζει την προσοχή του ούτε στη μαρτυρία της καμαριέρας, ούτε στις διάφορες θεωρίες συνομωσίας που κυκλοφόρησαν γύρω από το σκάνδαλο, γιατί εκείνο που τον ενδιαφέρει κυρίως είναι ο χαρακτήρας του Ντεβερό. Πώς ο ήρωας ρισκάρει ολόκληρη την καριέρα του για μια καμαριέρα ενώ μπορεί να αγοράσει οποιαδήποτε γυναίκα θέλει; Η απάντηση είναι ότι ο πλούτος και η εξουσία τον έχουν διαφθείρει τόσο που θεωρεί τον εαυτό του πάνω από τον νόμο.
Κ. Δ.
the-rover.jpg
The Rover του David Michôd
Περιπετειώδης ταινία δρόμου, που διαδραματίζεται στην αυστραλιανή ήπειρο, η ταινία είναι και ένας στοχασμός για την αποτρόπαια πράξη του φόνου.
Στην έρημο της Αυστραλίας, 10 χρόνια μετά την κατάρρευση. Μια ομάδα ληστών κλέβει ένα αυτοκίνητο. Ο ιδιοκτήτης του, οργισμένος, καταδιώκει τους ληστές. Κατά την διάρκεια της καταδίωξης, έχει ως απροσδόκητο σύμμαχο τον τραυματισμένο αδελφό ενός εκ των ληστών. Στην μακρά διαδρομή μέχρι το κρησφύγετο των ληστών συναντούν μια χώρα σε κατάσταση παρακμής και εξαθλίωσης.
Αν και η ταινία ξεκινά ως μια τυπική περιπέτεια δρόμου γρήγορα εκτροχιάζεται. Οι κλέφτες και οι διώκτες τους, ο οργισμένος ήρωας και η εκδίκηση- τιμωρία , η περιπλάνηση στην αχανή αυστραλιανή έρημο ως ένας τρόπος για να χάσεις τον εαυτό σου, η σχέση ανάμεσα σε δύο άνδρες -ο ένας φιγούρα πατρική και ο άλλος που αποζητά την προστασία (τον υποδύεται ο Robert Pattinson)-, η ανδρική φιλία που οικοδομείται, και τέλος η αναίτια βία, η αναιτιολόγητη πράξη του φόνου. Καθώς το ταξίδι των δύο ηρώων προχωρά, καθώς εισχωρούν όλο και βαθύτερα μέσα στην αυστραλιανή έρημο, αντιμετωπίζοντας την εχθρότητα και την επιθετικότητα των άλλων, η ταινία φαίνεται σιγά –σιγά να μετατοπίζεται και να αλλάζει κατεύθυνση και χαρακτήρα. Στο τέλος, αντικείμενο της αναζήτησης δεν είναι οι κλέφτες και η τιμωρία τους, αλλά οι καταγωγές της βίας και του φόνου.
Δ. Μ.

(Αποσπάσματα από μεγαλύτερης έκτασης κείμενα που δημοσιεύονται στο Σινεφίλια [Cinephilia.Gr] )